Ιμπραχίμ Αζίζ: «Το αίμα της μνήμης», εκδόσεις Περί λύχνων αφάς, 2017.

Η αφηγηματική δομή των εξιστορήσεων του Ιμπραχίμ Αζίζ παραπέμπει στην εξελικτική γραμμή του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο, διότι ο συγγραφέας θήτευσε στο δημοσιογραφικό λόγο. Και η ανάπτυξη του μύθου πότε προσλαμβάνει χαρακτήρα χρονογραφήματος και πότε κλασσικότροπου διηγήματος.

Ο Ι.Α. επιλέγει συνήθως την πρωτοπρόσωπη γραφή. Ο αφηγητής είναι και ο πρωταγωνιστής των δρωμένων. Έτσι διασφαλίζεται η αμεσότητα της εξιστόρησης, η δραματικότητα των περιγραφών αλλά και η πειστικότητα, η αληθοφάνεια των τεκταινομένων. Μάλιστα, η πρωτοπρόσωπη γραφή επιλέγεται, ακόμα κι όταν στο συγκεκριμένο κείμενο δεν ανιχνεύονται αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Ωστόσο, υπάρχει αρκετή αυτοβιογραφικότητα στο σύνολο του βιβλίου, τόσο στο προσωπικό επίπεδο του συγγραφέα, όσο και σε οικογενειακό επίπεδο του ιδίου, αλλά και σε τοπικό επίπεδο, που αφορά την ευρύτερη περιοχή Δαλιού – Ποταμιάς. Δηλαδή, με απλά λόγια, ο συγγραφέας μιλά αρκετά για τα όσα ο ίδιος έζησε, για τα όσα έζησε ο οικογενειακός του περίγυρος, αλλά και η ευρύτερη περιοχή του χωριού όπου έζησε και μεγάλωσε.

Τα αφηγήματα του Ι.Α. διακρίνονται για τη βαναυσότητα του πόνου που καταγράφουν, για την καυστικότητα της κριτικής που τα διαπνέει, αλλά και για την αύρα της θετικότητας που τα χαρακτηρίζει. Κάποια συγκλονίζουν για την πικρία που τα διατρέχει, κάποια προβληματίζουν με τη βαθύτητα των προσεγγίσεων τους και κάποια άλλα τέρπουν πότε με την ανάταση και την αισιοδοξία που διαχέεται μέσα τους και πότε με το σαρκαστικό και συνάμα πικρό χιούμορ τους.

Πολλές φορές τα όσα διηγείται ο Ι.Α. είναι τραγελαφικά, ιλαροτραγικά. Διαβάζοντας τις ιστορίες του θέλεις να γελάσεις πικρά για τα βάσανα και τα παθήματα του κυπριακού λαού, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Αλλά, την ίδια ώρα, σου έρχονται και δάκρυα στα μάτια, για τον τόσο πόνο που περικλείουν αυτά τα αφηγήματα. Ο Ι.Α. άλλοτε διακωμωδεί και άλλοτε διεκτραγωδεί τα γεγονότα, γιατί άλλωστε αυτό υποβάλλουν τα ίδια τα γεγονότα από τη φύση τους, από το χαρακτήρα τους. Αφού αποδεικνύεται περίτρανα πόσο αυτοκαταστροφικός λαός υπήρξαμε βιώνοντας και εξυφαίνοντας κωμικο – τραγικά δράματα.

Μέσα από τα διηγήματα του Ι.Α. αναδεικνύεται και η ιδιοσυγκρασιακή ομοιότητα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η αχαλίνωτη παρορμητικότητα αμφοτέρων, η αφέλεια και η ευπείθεια τους, αλλά, την ίδια ώρα, η πονηράδα και η καπατσοσύνη τους. Αυτή την ομοιότητα ο συγγραφέας τη χαρακτηρίζει κυπριακότητα. Οι ήρωές του είναι πρωτ’ απ’ όλα Κύπριοι κι ύστερα Έλληνες ή Τούρκοι, πρωτ’ απ’ όλα Κύπριοι κι ύστερα χριστιανοί ή μουσουλμάνοι. Έτσι, για παράδειγμα, ο κωμικοτραγικός ήρωας του διηγήματος «Δεν κατάφερα να γίνω Τούρκος» (σελ. 21) ο «Απολυτατσαλότουρκος» θα μπορούσε κάλλιστα να είναι «Απολυτατσαλέλληνας» και το διήγημα να φέρει τίτλο «Δεν κατάφερα να γίνω Έλληνας»!

Ο Ι.Α. δεν εξιδανικεύει, ούτε εξωραΐζει την εποχή της συμβίωσης Ε/κ και Τ/κ. Ούτε «στρογγυλεύει» τα γεγονότα, ούτε τα πασπαλίζει με χρυσόσκονη. Μέσα από τις αφηγήσεις του όμως μαθαίνουμε πράγματα άγνωστα στις νεότερες γενιές, που μόνο συγκίνηση και πόνο για τα όσα χάθηκαν προκαλεί η ανάγνωσή τους. Πχ μαθαίνουμε πως στην Ποταμιά, της παραμονές της ανακήρυξης της Κυπριακής Δημοκρατίας Ε/κ και Τ/κ νέοι, με απόφαση των αρχών της κοινότητας, έβγαζαν μαζί διπλοσκοπιά στο έμπα και στο έβγα του χωριού, διαφυλάσσοντας το από τυχόν προβοκάτσιες. (σελ.30) Μαθαίνουμε ακόμα ότι στο χωριό υπήρχε μικτός σύλλογος Ε/κ και Τ/κ. Και ότι οι τελευταίοι αποχώρησαν μόνο μετά από την τρομοκρατία που τους άσκησε η Οργάνωση. Και 1-2 συνέχισαν να παίζουν μπάλα με την ομάδα του μικτού συλλόγου, στα κρυφά, και ως πράξη αντίστασης.

Στο βιβλίο περιλαμβάνονται και δυο ερωτικά διηγήματα στα οποία θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα. «Ο Δημήτρης και η Ναχιτέ» (σελ. 50) και «Ο πρώτος έρωτας του Χριστάκη». (σελ. 137) Στο πρώτο ο έρωτας συμπλέκεται με την πολιτική και τον διαχωρισμό, όμως ο ανθρωπισμός και η κυπριακή μπέσα υπερκεράζουν τα πάντα. Τον Δημήτρη και τον Σμαίλη, σύζυγο της Ναχιτέ, ενώνει η βιοπάλη και η σκληρή καθημερινότητα. 

Στο δεύτερο διήγημα περιγράφεται ένας εφηβικός έρωτας, αγνός, άδολος, ειδυλλιακός. Μιλά ο Ε/κ ήρωας της ιστορίας: «Ο πρώτος μου έρωτας ήταν μια Τουρκούα. Η Αϊλήν, η κόρη της Εσμά από την Μόρα. Εδουλεύκαμε στα καμίνια, στο Παλαίκυθρο. Στο τουβλοποιείο του Κώστα Ττέϊλου. Εγώ ήμουν δεκαέξι χρονών… Η Αϊλήν, εδούλευκεν τζιαι τζείνη στα καμίνια μαζί με την μάνα της. Ήταν δεκαέξι, της δικής μου ηλικίας. Κι εξαιρετικά όμορφη, μια κούκλα ζωντανή. Εξεχώριζεν που τες άλλες…Η αγάπη μας κράτησε δκυο καλοτζιαίρκα που εδούλευκα στο καμίνι. Ήταν το ‘73, περίμενα το καλοτζιαίρι, πάλε να κλείσουν τα σκολεία. Τζιαι το ‘74 έγινεν ο πόλεμος. Εν την ξαναείδα που τότες. Εφίλησα την μόνο μια φορά, μέσα στο καμίνι». (σελ. 137-139)

Από τα πιο εμβληματικά κείμενα του βιβλίου θεωρώ το διήγημα «Δύο αδέλφια» (σελ. 98) του οποίου η εμβληματικότητα σχετίζεται βέβαια με το σύνολο της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας. Η αφήγηση αφορά δύο αδέλφια από μικτό γάμο, των οποίων οι γονείς έλαβαν την απόφαση, ο ένας από τα παιδιά τους να γίνει χριστιανός και ο άλλος μουσουλμάνος. Και ήταν όλα τόσο αρμονικά και τόσο όμορφα μέσα στη διαφορετικότητά τους. Ώσπου, οι καθοδηγούμενοι εθνικισμοί από τις μητέρες πατρίδες υποχρέωσαν τον Αχμέτ να χωριστεί από τον αδελφό του Αντρέα και να κλειστεί στο γκετοποιημένο διπλανό χωριό.

Κλείνοντας, θέλω να σημειώσω ότι το βιβλίο του Ι.Α. «Το αίμα της μνήμης» συνιστά ένα σοβαρό και αρκούντως εκτεταμένο εγχείρημα απομυθοποίησης της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, μακριά από τα όποια εθνοτικά στεγανά. Όπως σωστά επισήμανε στην εισαγωγή του βιβλίου ο επιμελητής της έκδοσης Χρίστος Χατζήπαπας, τα κείμενα του Ι.Α. αποτελούν «ίαση της ιστορίας». (σελ.11)

g.frangos@cytanet.com.cy