«Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα» σε σκηνοθεσία Λέας Μαλένη στην Κεντρική Σκηνή ΘΟΚ. 

Ευτυχώς που ο ΘΟΚ θυμήθηκε ότι η Κεντρική Σκηνή δεν είναι αυστηρά και μόνο για κλασικά έργα κι έτσι έχουμε την ευκαιρία, για αλλαγή, να παρακολουθήσουμε και μια υψηλών απαιτήσεων παραγωγή ενός σύγχρονου έργου. Το οποίο μάλιστα συνομιλεί με τις διασημότερες σκηνές του κόσμου, έχει διακριθεί διεθνώς και παρεκκλίνει από την πεπατημένη. Είναι όμως πολυπρόσωπο, ακριβό και απευθύνεται στο ευρύ κοινό, στο οποίο άνετα θα μπορούσα να περιλάβω τους μαθητές του λυκείου ή και του γυμνασίου. Κι αν δεν το τολμούσε ο ΘΟΚ, δύσκολα θα μπορούσαμε να το δούμε σε κυπριακή σκηνή.
 
Αν κάνει κάποιος ένα βήμα πίσω και κοιτάξει πιο προσεκτικά, θα διαπιστώσει ότι η υπόθεση του έργου «Ποιος Σκότωσε τον Σκύλο τα Μεσάνυχτα» είναι μάλλον απλή και η πλοκή όχι ιδιαίτερα εξεζητημένη. Στη ρίζα του το έργο δεν είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα συνηθισμένο οικογενειακό μελόδραμα. Αυτό που το απογειώνει είναι το γεγονός ότι όλα παρουσιάζονται μέσα από την ιδιαίτερη θεώρηση ενός ξεχωριστού αγοριού, με φίλτρο το δέος με το οποίο αντιμετωπίζει τον κόσμο. Οι λεπτομέρειες, οι αριθμοί και οι έννοιες που πλημμυρίζουν το μυαλό του Κρίστοφερ δεν μεγεθύνουν ούτε υπερτονίζουν την περιπλοκότητα της πραγματικότητας. Απλά την παρουσιάζουν στο κανονικό της μέγεθος, αυτό που ο κοινός νους αρνείται να συλλάβει ή το αποφεύγει ενεργοποιώντας αμυντικά αντανακλαστικά.
 
Ο κεντρικός ήρωας είναι ένα ιδιαίτερο παιδί, με σπάνια χαρίσματα. Ενδεχομένως να πάσχει από κάποια ήπια, αλλά λειτουργική διαταραχή του φάσματος του αυτισμού, με αποτέλεσμα να έχει μηχανική μνήμη και μαθηματική αντίληψη, αλλά να παρουσιάζει και συμπτώματα κοινωνιοπάθειας. Ο κόσμος του επιζητεί τάξη και ακρίβεια κι έτσι οι αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές, κυρίως των ενηλίκων, τον βραχυκυκλώνουν.
 
Όλο το οικοδόμημα του έργου βασίζεται στην αλληλεπίδραση της κυριολεκτικής συμπεριφοράς του Κρίστοφερ με τον άλυτο ανθρώπινο γρίφο της καθημερινότητας. Ο μικρός προτιμά τα προβλήματα που λύνονται με την απλή λογική κι όχι με αυτό που λέμε «κοινή λογική», στην οποία το παράλογο πάντα βρίσκει μια χαραμάδα να τρυπώσει. Αδυνατεί να πει ψέματα κι έχει μια εμμονική σχέση με την καθαρή αλήθεια, αφού δεν μπορεί να διαχειριστεί εναλλακτικές εκδοχές της.
Ο αναγνώστης, βοηθούμενος από τις περιγραφές του συγγραφέα Μαρκ Χάντον έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τη δική του φαντασία για να ενταχθεί στον ιδιάζοντα κόσμο του Κρίστοφερ. Στο θέατρο, όμως, αυτό είναι μια πιο σύνθετη υπόθεση για την οποία δεν αρκεί από μόνη της η διασκευή του ικανότατου θεατρικού συγγραφέα Σάιμον Στίβενς, αλλά είναι απαραίτητες και κάποιες επιπρόσθετες τεχνικές επινοήσεις.
 
Η Λέα Μαλένη μελέτησε σχολαστικά την κάθε λεπτομέρεια της παράστασης και φρόντισε να έχει κοντά της ικανούς συνεργάτες που θα τη βοηθούσαν να στερεώσει το απαιτητικό οικοδόμημα. Οι υποκριτικές εργασίες ήταν προσεγμένες, αλλά παράλληλα έμοιαζαν να είναι μέρος μιας δύσκολης εξίσωσης, στημένης παράλληλα στο μυαλό του κεντρικού ήρωα και της σκηνοθέτιδας. Το σκηνικό, τα κοστούμια, οι φωτισμοί, η κίνηση όπως και το ηχητικό υπόστρωμα έμοιαζαν να λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένα όργανα μιας έμπειρης ορχήστρας. «Πρώτο βιολί» σ’ αυτή ήταν το τρισδιάστατο εικονικό περιβάλλον του Στάθη Μήτσιου, που δημιούργησε ένα δεύτερο σκηνικό μέσα σ’ αυτό του Γιώργου Γιάννου, τονίζοντας τα διαφορετικά κανάλια αντίληψης του Κρίστοφερ με τους υπόλοιπους χαρακτήρες.
 
Ο πρωτότυπος τίτλος «το παράξενο περιστατικό με τον σκύλο τη νύχτα» προέρχεται από μια ατάκα του Σέρλοκ Χολμς, από την «Ασημένια Φλόγα». Εκεί, το περίεργο με τον σκύλο ήταν ότι… δεν υπήρχε τίποτα περίεργο. Δεν γάβγισε σε κανέναν, συνεπώς γνώριζε τον επισκέπτη κι αυτό τον καθιστούσε αυτομάτως ύποπτο. Εδώ, αυτό που συνέβη στον σκύλο αποτέλεσε την αφορμή για να τεθούν σε κίνηση τα γεγονότα και να δημιουργηθεί μια κατάσταση χάους στον συγυρισμένο κόσμο ενός ξεχωριστού ανθρώπου που αισθάνεται μεγαλύτερη άνεση να συναναστρέφεται με ποντίκια και σκύλους παρά με άλλους ανθρώπους. Το κουτί της Πανδώρας ανοίγει όταν υποχρεώνεται να αναγνώσει τα κοινωνικά σήματα της παράλογης κανονικότητας.