Κώστας Λυμπουρής: «Επιβάτες φορτηγών», εκδόσεις Πάπυρος, 2017. 

Μας χωρίζουν κιόλας 44 χρόνια από το 1974, αλλά πιστεύω ότι μόλις την τελευταία δεκαετία άρχισαν να γράφονται πραγματικά αξιόλογα λογοτεχνικά έργα για τα τραγικά γεγονότα εκείνης της περιόδου. Τα πρώτα χρόνια μετά την τραγωδία, μοιραία αλλά νομοτελειακά, των αισθητικών παραμέτρων υπερίσχυσαν οι συναισθηματισμοί, οι καταγγελτικοί τόνοι, αλλά και η πλειοδοσία της πατριωτικής ρητορείας. Κι όλα αυτά πλην ορισμένων εξαιρέσεων, ασφαλώς. Η απόλυτη κατηγορηματικότητα ποτέ δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Γι’ αυτό είναι καλό να αποφεύγεται.

Με την πάροδο του χρόνου βέβαια η όλη εικόνα άρχισε σταδιακά να βελτιώνεται, τόσο στην ποίηση, όσο και στην πεζογραφία. Άρχισαν σιγά σιγά να κάνουν την εμφάνισή τους πιο νηφάλιες και πιο κριτικές προσεγγίσεις, και με μεγαλύτερες λογοτεχνικές αρετές. Σ’ αυτή την χορεία των έργων συγκαταλέγω και το μυθιστόρημα του Κώστα Λυμπουρή «Επιβάτες φορτηγών».  Ένα έργο χαμηλόφωνο αλλά ουσιαστικό, λιτό αλλά παραστατικό. Ένα έργο χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις, αλλά εμποτισμένο με βαθύ συναίσθημα και εξίσου βαθείς προβληματισμούς.

Ωστόσο, λογοτεχνικά έργα για το ’74 θα συνεχίσουν να γράφονται για πολλές δεκαετίες ακόμα. Αυτό προσυπογράφει και το γεγονός ότι π.χ. στην Ελλάδα γράφονται ακόμη βιβλία για τη Μικρασιατική καταστροφή του ‘22 και τον εμφύλιο πόλεμο του 1945-49. Θα μπορούσαν να παρατεθούν δεκάδες άλλα παραδείγματα από τη σύγχρονη ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ακόμη κι όταν ατονεί η ατομική μνήμη, αντρειεύει σταδιακά η συλλογική μνήμη που μεταλαμπαδεύεται από γενιά σε γενιά.

Όταν η μνήμη πονάει, διεγείρει και αισθητικά – λογοτεχνικά ελατήρια και αισθητήρια. Νομοτελειακά, ο χρόνος επενεργεί καταλυτικά, συρρικνώνει το συναισθηματισμό, διευρύνει το πεδίο της κριτικής διείσδυσης στην ουσία των γεγονότων.

Αυτό συμβαίνει και με το μυθιστόρημα του Κ.Λ., για να επιστρέψουμε στο θέμα μας. Η αποτίμηση της κυπριακής τραγωδίας που επιχειρεί ο Κ.Λ. είναι πρώτ’ απ’ όλα έντιμη, ειλικρινής, δεν αποσείει ευθύνες από κανένα, ούτε και αναζητεί μεταχρονολογημένες δικαιολογίες για κανένα. Η παραδοχή ότι πολλά από τα δεινά του τόπου ξεκίνησαν νωρίτερα από το ’74, που ο συγγραφέας έχει την παρρησία να αναδεικνύει μέσα στο έργο του, κατά τη γνώμη μου, αυξάνει καταλυτικά το ειδικό βάρος του βιβλίου.

Η κύρια αφηγηματική γραμμή του μυθιστορήματος είναι ο Στέφανος, μια προσωπικότητα με πολύ έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, την οποία και παρακολουθεί ο αναγνώστης από την παιδική ηλικία στα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα 1955-59 μέχρι και τις μέρες μας. Το ιδιαιτέρως σημαντικό, λογοτεχνικά, είναι οι εξελισσόμενες οπτικές γωνίες θέασης των πραγμάτων που έχει ο Στέφανος ως παιδί, ως έφηβος, ως έφεδρος στρατιώτης, ως φοιτητής, και ούτω καθεξής. Με κατακλείδα βέβαια τη σημερινή οπτική γωνία θέασης του συγγραφέα – αφηγητή. Η πολύπλευρη και πολυεστιακή αυτή θέαση είναι, πιστεύω, αρμονική και λειτουργική, καθώς παρατίθεται ανάμεικτα και διακεκομμένα.

Μέσα στην κύρια αφηγηματική γραμμή ενυπάρχει και μια δεύτερη, παράλληλη και κατά κάποιο τρόπο σκιώδης, αυτή του επιστήθιου φίλου του κεντρικού ήρωα, του Πάνου. Ο Πάνος, παιδικός φίλος, αργότερα αγνοούμενος και εντελώς πρόσφατα πεσών, του οποίου διακριβώθηκε η ηρωική θυσία με τη μέθοδο του DNA, σε αρκετές περιπτώσεις μέσα στο βιβλίο λειτουργεί ως το alter ego, η άλλη, εσωτερική φωνή του συγγραφέα.

Στο μυθιστόρημα υπάρχουν ακόμη δύο δευτεροβάθμιες αφηγηματικές γραμμές. Οι δύο αυτές γραμμές διαδραματίζουν περίπου ρόλο εμβόλιμου μύθου μέσα στον κύριο μύθο. Είναι μεν ιστορίες παράλληλες, αλλά ελάχιστα διασταυρούμενες με τον κύριο μύθο. Η ιστορία του παιδίατρου Κρίτωνα Μιχαηλίδη κάνει την εμφάνισή της στη σελ. 118 και στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου. Η ιστορία του πανεπιστημιακού καθηγητή στις ΗΠΑ Κρις Ιωακειμίδη, στρατιώτη στον Πενταδάκτυλο το ’74, εμφανίζεται στη σελ. 173 και μόλις στο όγδοο κεφάλαιο του μυθιστορήματος. Προσωπικά, θα ήθελα τις τρεις αφηγηματικές γραμμές να συμπλέκονται σε μεγαλύτερο βαθμό. Έχω τη γνώμη ότι τυχόν ενδυνάμωση της πολυπρόσωπης αφήγησης θα ενίσχυε περαιτέρω τις αισθητικές αρετές του μυθιστορήματος. Αυτή όμως είναι μια προσωπική άποψη την οποία μπορεί κάποιος να συμμεριστεί μπορεί και όχι.

Κορύφωση του μυθιστορήματος θεωρώ ακριβώς την πολυπρόσωπη συλλογική αφήγηση στην ταβέρνα του Μαστραπά, συστρατιώτη και συμπολεμιστή όλων. Πρόκειται για μια αφήγηση ώριμη, ρεαλιστική, πικρή, γεμάτη βαθείς προβληματισμούς μα και σκληρές αλήθειες.

Ως κατακλείδα θα ήθελα να κάνω μνεία στο κριτικό στίγμα του Κ.Λ. ότι σε κάθε αγώνα του λαού μας, υπάρχουν οι άδολοι, αγνοί αγωνιστές, υπάρχουν όμως και οι ωφελιμιστές, τυχοδιώκτες. Πόση πίκρα αλλά και πόση αλήθεια κρύβει αυτή η θέαση των πραγμάτων….

g.frangos@cytanet.com.cy