Η εμβληματική πρωταγωνίστρια του ισπανικού θεάτρου αναμετριέται με τον Ευριπίδη και συνομιλεί μαζί του σαν να είναι σύγχρονός μας.
Με μια θεατρική διαδρομή που εκτείνεται σε περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, έχοντας ερμηνεύσει κορυφαίους ρόλους του κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου, αλλά και με έντονη παρουσία στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, η Ισαβέλ Ορδάθ (Isabel Ordaz) καταφθάνει στην Κύπρο ως Εκάβη στις Τρωάδες, στην πολυσυζητημένη παραγωγή του Διεθνούς Φεστιβάλ Κλασικού Θεάτρου της Μέριδα, που ανοίγει το φετινό Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος. Ο άξονας που διατρέχει τις απαντήσεις της στη συνέντευξη έχει να κάνει με το καθήκον της φροντίδας ενάντια στη φρίκη, με την κοινότητα ενάντια στον ατομικισμό, με την ενσυναίσθηση ενάντια στη βία. Αναφέρει ποια θεωρεί τη μεγάλη κληρονομιά της Ελλάδας και μιλά για την ουτοπία ως πράξη αντίστασης, τον πόλεμο που μετατρέπει τη γλώσσα σε εργαλείο απανθρωποποίησης και την ποίηση που επιμένει ακόμη μετά το Άουσβιτς και τη Γάζα, ενώ αποκαλύπτει ότι βλέπει τη μυθική Τρωαδίτισσα βασίλισσα ως «δασκάλα και φίλη».
–Μετά από πορεία δεκαετιών στο θέατρο, τι ήταν αυτό που σας έκανε να αισθανθείτε ότι έχετε ακόμη κάτι νέο ν’ ανακαλύψετε στον ρόλο της Εκάβης; Πάντοτε με γοήτευε η τραγωδία, τόσο ως θεμελιώδες πολιτισμικό υπόβαθρο της Δύσης όσο κι ως θεατρικό και λογοτεχνικό είδος. Μ’ έλκυε η δυνατότητα να προσεγγίσω τα πιο βαθιά ερωτήματα της ανθρώπινης συνθήκης και ν’ αναζητήσω εκείνες τις υψηλές, σχεδόν υπερβατικές πράξεις που μόνο το θέατρο μπορεί να γεννήσει. Οι σύγχρονοι ήρωες είναι συνήθως περισσότερο ψυχολογικοί. Οι τραγικοί ήρωες δεν καθορίζονται με τον ίδιο τρόπο από την ψυχολογία. Η ψυχολογία μάς οδηγεί συχνά προς τον ατομικισμό, ενώ στην τραγωδία τα αίτια και οι συνέπειες λειτουργούν σε μια άλλη διάσταση. Αυτή θεωρώ πως είναι και η μεγάλη κληρονομιά της Ελλάδας: η ιδέα της κοινότητας ως σκοπού και ως καθήκοντος. Η προσπάθεια να μεταφερθεί αυτή η αντίληψη στην υποκριτική ήταν κάτι που με συνέπαιρνε.
–Τι πιστεύετε ότι κατανοεί ο Ευριπίδης για τον πόλεμο που συχνά διαφεύγει από τις ηρωικές αφηγήσεις της ιστορίας; Από τη δική μου δημιουργική προσέγγιση, θεωρώ ότι ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα του Ευριπίδη είναι πως ανατρέπει την παραδοσιακή οπτική: δεν στρέφει το βλέμμα του στον ήρωα, αλλά στο θύμα. Μ’ αυτόν τον τρόπο εισάγει μια εξαιρετικά σημαντική διαλεκτική, όχι μόνο για την εποχή του αλλά και για τους αιώνες που ακολούθησαν. Σ’ έναν πολιτισμό που εξακολουθούσε να ερμηνεύει τον κόσμο μέσα από τη μυθολογία, ο Ευριπίδης μεταθέτει την ευθύνη της καταστροφής από τους θεούς στους ανθρώπους. Είναι οι πράξεις των ανθρώπων κι όχι η βούληση των θεών, που διαμορφώνουν τη μοίρα τους. Αυτό το στοιχείο το βρίσκω βαθιά σύγχρονο. Νομίζω πως εδώ ο Ευριπίδης εγκαινιάζει κάτι πολύ σημαντικό: μετατρέπει τον μύθο και τους θεούς σε πεδίο στοχασμού, σε μια αφήγηση με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις.

–Η Εκάβη δεν διαθέτει πια εξουσία, στρατό ή βασίλειο. Διαθέτει όμως τη φωνή της. Ποια είναι η δύναμη αυτού του λόγου πάνω στη σκηνή σήμερα; Η φωνή της Εκάβης παραμένει σήμερα εξίσου επίκαιρη και αναγκαία. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τη θέση των γυναικών. Είναι η δυνατότητα να δούμε τον κόσμο από διαφορετική οπτική γωνία και, ταυτόχρονα, το δικαίωμα της γυναίκας να διαμορφώνει η ίδια την αφήγηση του κόσμου. Μέσα από την Εκάβη σφυρηλατείται ένα διαφορετικό αξιακό σύστημα: η μητρότητα, η ζωή, η φροντίδα, η δύναμη του διαλόγου και της ανθρώπινης συνάντησης. Και, πάνω απ’ όλα, η αντίληψη ότι ο πόλεμος συνιστά μια αποτυχία, όχι μια ευκαιρία για δόξα.
–Τι σας δίδαξε προσωπικά ο αρχετυπικός χαρακτήρας της Εκάβης για την ανθρώπινη αντοχή και αξιοπρέπεια; Η Εκάβη είναι πράγματι μια αρχετυπική μορφή και γι’ αυτό ακριβώς τα ερωτήματα που μπορεί να της απευθύνει κανείς είναι ανεξάντλητα. Όσον αφορά την αξιοπρέπεια, αυτό που με συγκινεί είναι ότι στο τέλος του έργου έχει χάσει σχεδόν κάθε λόγο να ελπίζει. Όλες οι βεβαιότητες και οι προσδοκίες της έχουν καταρρεύσει. Κι όμως, διατηρεί την αξιοπρέπειά της, επειδή αγωνίστηκε και αντιστάθηκε μέχρι τέλους, παραμένοντας μέρος μιας κοινότητας, υπάρχοντας μαζί με τους άλλους. Η Εκάβη δεν θρηνεί μόνο για τον εαυτό της, ούτε μόνο για τα παιδιά της και τον άντρα της. Θρηνεί για ολόκληρο τον λαό της Τροίας. Θρηνεί για τους άλλους. «Τα δάκρυά μου κουβαλούν όλα τα ονόματα της εγκατάλειψης» λέει κοιτάζοντας τη ρημαγμένη πατρίδα της. Κι ίσως εκεί ακριβώς να βρίσκεται η αξιοπρέπειά της: στο ότι κλαίει για τον πόνο των άλλων.
–Τι ζητούν οι Τρωάδες από εμάς ως πολίτες κι όχι μόνο ως θεατές; Το θέατρο μάς ζητά πάντοτε να παραδοθούμε στην εμπειρία του. Να τολμήσουμε να τη ζήσουμε εδώ και τώρα, να γίνουμε μέρος της, να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας μέσα στον καθρέφτη που μας προσφέρει. Πρόκειται για μια εμπειρία ριζικά διαφορετική από εκείνη που παρέχει η τεχνολογία. Υποθέτω ότι αυτό ακριβώς επιδίωκαν και οι Τρωάδες μέσα από τη φωνή του Ευριπίδη. Άλλωστε, εκείνη την εποχή το θέατρο διατηρούσε ακόμη μια έντονη τελετουργική, θρησκευτική και κοινοτική διάσταση και λειτουργούσε ως τρόπος για να βοηθήσει τους ανθρώπους να αντέξουν και να διαχειριστούν τα δικά τους πένθη. Αυτός είναι ο αρχικός προορισμός του θεάτρου.

–Πού εντοπίζετε το φως μέσα σε μια σκοτεινή ιστορία όπως αυτή; Το φως βρίσκεται στην ίδια την ποίηση· στην ομορφιά της θεατρικής πράξης, στη δραματουργία, στη σκηνική γλώσσα, σ’ εκείνη την πρόκληση που θέτει η τέχνη όταν μας καλεί είτε να συγκινηθούμε, είτε να σκεφτούμε βαθύτερα. Ίσως αυτό να είναι τελικά η κάθαρση: μια διαδικασία εξαγνισμού που συντελείται συλλογικά, μαζί με τους άλλους. Ο πόλεμος, ως μηχανή παραγωγής οδύνης, είναι αδιαχείριστος, αντιστέκεται σε κάθε ποιητική απόδοση. Μοιάζει αδύνατο να μετατραπεί σε ποίηση. Πώς μπορεί κανείς να συνεχίσει να γράφει ποίηση μετά το Άουσβιτς; Πώς μπορεί να συνεχίσει να το κάνει μετά τη Γάζα; Κι όμως, έχω την αίσθηση ότι ακριβώς τότε η ανάγκη για ποίηση γίνεται ακόμη πιο επιτακτική.
–Από πού αντλείτε λόγους για να διατηρείτε την ελπίδα; Η Εκάβη μιλά ελάχιστα για την ελπίδα, τουλάχιστον με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε σήμερα αυτή τη λέξη. Μιλά περισσότερο για την ανάληψη καθήκοντος, για την ενεργό συμμετοχή, για την ανάγκη να αναζητούμε λύσεις. Κατονομάζει τα πράγματα, καταδικάζει, θέτει ερωτήματα. Υπάρχει μια φράση που βρίσκω εξαιρετικά συγκινητική, όταν απευθύνεται στην Ανδρομάχη, τη χήρα του γιου της, του Έκτορα: «Ανδρομάχη, σ’ εμάς ανήκει το καθήκον να βαστάξουμε αυτό το μαρτύριο…». Η Εκάβη δεν αποστρέφεται τη δοκιμασία, το βάρος. Αναλαμβάνει την ευθύνη. Αυτή η αντοχή, αυτή η άρνηση να λυγίσει, είναι από τα πιο αξιοθαύμαστα στοιχεία του χαρακτήρα της. Την ίδια στιγμή, όμως, η τραγωδία κρύβει κάτι βαθιά σκοτεινό και αβυσσαλέο. Θα το ονόμαζα «η τραγωδία της ίδιας της τραγωδίας»: δεν προσφέρει λύτρωση. Μπορεί να θεσμοθετήσει την εκδίκηση, αλλά δεν φτάνει ποτέ στη συγχώρεση.
–Πιστεύετε ότι η αναζήτηση νοήματος σ’ έναν κόσμο που καταρρέει είναι μια μορφή αντίστασης; Η αναζήτηση νοήματος δεν είναι ποτέ στατική. Μεταβάλλεται, ανοίγει νέους δρόμους κατανόησης και γι’ αυτό παραμένει αναγκαία. Αυτός είναι, άλλωστε, ο κατεξοχήν πυρήνας της αφήγησης, της ποίησης και της λογοτεχνίας: η αναζήτηση ενός νοήματος που να αφορά τον καθένα ξεχωριστά όσο και όλους μαζί. Αυτό που με συγκινεί ιδιαίτερα στον Ευριπίδη είναι ότι μετατρέπει τον μύθο σε μια πράξη πολιτικής ευθύνης. Μας καλεί να απογυμνώσουμε τους ήρωες -τον Οδυσσέα, τον Αχιλλέα και τους άλλους- από τον μανδύα της δόξας τους και να τους κρίνουμε με βάση τις πράξεις τους. Πιστεύω ότι η ουτοπία είναι μια πράξη αντίστασης.

–Πώς αναλογίζεστε τη συνάντηση της πρότασής σας με το κοινό της Κύπρου, μιας χώρας που κουβαλά τις δικές της ιστορικές πληγές κι έχει σχετικά πρόσφατα βιώσει τι σημαίνει απώλεια, εκτοπισμός και διαίρεση; Όλα αυτά είναι τόσο οδυνηρά! Ζούμε σε μια εποχή όπου η παγκοσμιοποίηση είναι πλέον μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Όμως, πρόκειται για μια πραγματικότητα που παράγει κέρδη- και δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Αυτό που με θλίβει είναι ότι δεν κατορθώνουμε να υπερβούμε το οικονομικό συμφέρον ως μοναδικό περιεχόμενο του «παγκόσμιου» κι ότι συχνά αδυνατούμε να δώσουμε στην έννοια του «παγκόσμιου» ένα ηθικό και ουσιαστικά ανθρώπινο περιεχόμενο. Το γεγονός ότι ακόμη χρειάζεται να υπερασπιζόμαστε θεμελιώδη δικαιώματα που θεωρητικά έχουν κατοχυρωθεί εδώ και δεκαετίες -αρκεί να αναλογιστούμε τις Συμβάσεις της Γενεύης- είναι εξαιρετικά ανησυχητικό. Έχουν δικαιώματα οι αιχμάλωτοι πολέμου; Υπάρχουν ακόμη αιχμάλωτοι πολέμου; Και με τι είδους πολέμους βρισκόμαστε πλέον αντιμέτωποι; Σήμερα, ο δημόσιος λόγος για τον πόλεμο μιλά περισσότερο για επενδύσεις και κόστη παρά για ανθρώπινες ζωές. Ο εκφυλισμός της γλώσσας είναι συγκλονιστικός. Καμία κοινωνία δεν είναι ασφαλής. Όλες οι χώρες, ακόμη κι εκείνες που αποκαλούμε «δημοκρατίες», μπορούν ανά πάσα στιγμή να βρεθούν στη θέση του θύματος. Γι’ αυτό πιστεύω ότι τόσο οι πολίτες όσο και οι πολιτικοί οφείλουμε να αναλογιστούμε σοβαρά αυτά τα ζητήματα. Κι είναι εντυπωσιακό ότι όλα αυτά θίγονται ήδη μέσα στις Τρωάδες.
–Υπάρχουν ρόλοι που αφήνουν βαθύτερο αποτύπωμα από άλλους. Τι θέση καταλαμβάνει αυτή η Εκάβη στη δική σας καλλιτεχνική και ανθρώπινη διαδρομή; Ορισμένοι χαρακτήρες είναι τόσο πλούσιοι και πολυδιάστατοι που δεν τους αποχαιρετάς ποτέ πραγματικά. Θα έλεγα πως η περίπτωση της Εκάβης -της ευριπίδειας Εκάβης, που αντιλαμβάνομαι ως μια βαθιά ποιητική, αισθητική, ανθρώπινη αλλά και πολιτική παρουσία- ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία. Θα μείνει μαζί μου σαν μια σπουδαία φίλη. Λειτουργεί ήδη σαν μια δασκάλα για μένα. Με βοήθησε να εξελιχθώ ως ηθοποιός, με συγκίνησε βαθιά και με οδήγησε σε ακραίες συναισθηματικές περιοχές. Είναι μια μορφή μαχητική αλλά και βαθιά τρυφερή, ενώ η σκέψη της διαθέτει εξαιρετικό πνευματικό σφρίγος. Μου έχει συμβεί και στο παρελθόν με κάποιους σπάνιους ρόλους- θυμάμαι, για παράδειγμα, την Αγία Τερέζα του Χριστού. Ναι, η Εκάβη θα παραμείνει για μένα δασκάλα και φίλη. Μια πολύτιμη συντροφιά.
- INFO Τρωάδες του Ευριπίδη σε συμπαραγωγή Producciones Come y Calla και Διεθνούς Φεστιβάλ Κλασικού Θεάτρου Μέριδα, σε σκηνοθεσία Καρλότα Φερέρ και με την Ισαβέλ Ορδάθ ως Εκάβη στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου 3 & 4 Ιουλίου, 9μ.μ. (Προσέλευση στις 8μ.μ.) Εισιτήρια: SoldOut Tickets, Καταστήματα Stephanis, 7000 2414. Διάρκεια: 110’. Διατίθενται λεωφορεία από Λευκωσία
Ελεύθερα, 28.6.2026