Αντρέας Καραγιάν: «Άκρατος γέλωτας», εκδόσεις Εστία, 2016.

Ο Αντρέας Καραγιάν εξέδωσε το πρώτο μυθιστόρημά του το 2008, σε ηλικία 65 χρόνων. Με βάση αυτό το «εξωτερικό» δεδομένο, αλλά και με γνώμονα το έντονο αυτοβιογραφικό στοιχείο του κειμένου, ενδεχομένως πολλοί να υπέθεταν ότι η «Αληθής ιστορία» θα αποδεικνυόταν το ένα και μοναδικό βιβλίο του πρωτοεμφανιζόμενου τότε συγγραφέα. Προσωπικά, δεν περιέπεσα σε αυτή την πλάνη. Από την αρχή είχα την πεποίθηση ότι ο Α.Κ. μπήκε στο χώρο της λογοτεχνίας «σαν έτοιμος από καιρό» και ότι θα υπήρχε συνέχεια στο συγγραφικό του έργο. Αυτό προεξοφλούσαν η βαθιά αισθητική υποδομή του, οι πλούσιες γνώσεις του σε όλες τις μορφές της καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά και τα ανεξάντλητα, κυρίως ερωτικά, βιώματά του.

Όπερ και εγένετο βέβαια, αφού ακολούθησαν οι «Ανήθικες ιστορίες» το 2011, οι «Σκοτεινές ιστορίες» το 2013, ο «Άκρατος γέλωτας» το 2016 και έπεται συνέχεια. Έτσι το ένα και μοναδικό μυθιστόρημα έγινε τριλογία, τετραλογία και οδεύει τώρα προς πενταλογία.

Τα κύρια συνεκτικά στοιχεία και των τεσσάρων βιβλίων του Α.Κ. είναι ο έντονος ερωτισμός – αισθησιασμός που τα διακρίνει, η βαθιά αυτοαναφορικότητά τους και ο πλούσια αυτοβιογραφικός τους χαρακτήρας. Συνάμα, όλα τα βιβλία του έχουν υψηλές αισθητικές προδιαγραφές, όπου έντεχνα περιπλέκεται η μυθιστορηματική γραφή με την δοκιμιακή γραφή. Την ίδια ώρα, ο Α.Κ., σε όλα τα βιβλία του, βρίσκεται σε ένα διαρκή διακειμενικό διάλογο με τον Κ.Π. Καβάφη και τον Μαρσέλ Προύστ κατά πρώτο λόγο, αλλά και με άλλους κλασικούς των γραμμάτων.

Στον «Άκρατο γέλωτα», στον οποίο και θα επικεντρωθώ στη συνέχεια, έχω την άποψη ότι ο Α.Κ. ανοίγει το συγγραφικό του εργαστήρι στον αναγνώστη  περισσότερο απ’ ότι το πράττει σε οποιοδήποτε άλλο προηγούμενο βιβλίο του. Μιλά για τις τεχνικές και τις επιρροές του. Μιλά ακόμη για τα ερεθίσματα, αλλά και τους ήρωες του. Για τους τελευταίους είναι άκρως κατατοπιστικός: «Λάμπουν για λίγο καθώς αναδιπλώνεται στο χαρτί η ιστορία τους, απλώνουν τα φτερά, μας χαμογελούν, ζητούν την κατανόησή μας · κάποτε και τη συγγνώμη μας · ή μας δίνουν τη δική τους συγχώρεση. Ύστερα πάλι χάνονται στη λήθη και τη σιωπή». (σελ. 155)

Συχνά ο Α.Κ. καταλαμβάνεται και από μια παιγνιώδη διάθεση πρόσμιξης του μύθου με το επιμύθιο, αλλά και με την αισθητική ανάλυση. Τέτοια δείγματα γραφής δεικνύουν και την άνεση, τη μη επιτήδευση, την αμεσότητα και την ειλικρίνεια, με την οποία απευθύνεται ο συγγραφέας στο αναγνωστικό του κοινό: «Τι θα γινόταν αν οι ήρωες του βιβλίου μου αλλάζαν θέση ή ταυτότητα; Πώς θα συμπεριφέρονταν αν τους έβαζα σε διαφορετικά χρονικά και κοινωνικά πλαίσια, αν από μια πόλη τους μετέφερα σε μιαν άλλη, υπό άλλες συνθήκες». (σελ. 51)

Γενικά, ο τρόπος με τον οποίο ενδοσκοπείται και αποκαλύπτεται ενώπιον του αναγνώστη του ο Α.Κ. προϋποθέτει υψηλό βαθμό αυτογνωσίας, αυτοκριτικής, αυτοεκτίμησης, αλλά και αυτοπεποίθησης: «Με τις πολλαπλές παραλλαγές στο σεξουαλικό, κέρδισα μια πλατιά αντίληψη των ανθρώπινων αδυναμιών, από την άλλη έχασα την απόλυτη ένταση της ηδονής. Ό,τι κέρδιζα σε εύρος, το έχανα σε βάθος». (σελ. 57)

Το χιούμορ του Α.Κ. – που λειτουργεί λυτρωτικά και καθαρτικά στις πλείστες των περιπτώσεων – είναι αφοπλιστικά αυτοσαρκαστικό, αποενοχοποιημένο, ειρωνικό, καυστικό, κυνικό και ευθύβολα ειλικρινές: «Ακόμη και στην Παναγία της Τήνου έκανα τάμα ‘να μην χωρίσουμε ποτέ!’ και πήγα γονατιστός κάποιον Δεκαπενταύγουστο και άναψα μια τεράστια λαμπάδα. Ευτυχώς, η Παναγία ήταν πιο σοφή από μένα και αφού μου έδωσε κάποιο περιθώριο για να κατανοήσω την πλάνη μου, δεν εισάκουσε τις προσευχές μου». (σελ. 26)

Συνολικά, όλα τα βιβλία του Α.Κ. διακρίνονται από ευθύτητα, ακομπλεξάριστη ειλικρίνεια και κυνισμό, δοσμένο με γερές δόσεις χιούμορ και αυτοσαρκασμού: «Παρά το ότι οι εραστές μου ήταν ως επί το πλείστον νέοι άνδρες, τον κύριο ρόλο στη ζωή μου έπαιξαν οι γυναίκες». (σελ.22)

Όμως, το να μιλά κανείς για τα βιβλία του Α.Κ. και να μην αναφέρεται στον έρωτα ως το κύριο θεματικό τους μοτίβο, είναι ως να μεταβαίνει στη Μέκκα αλλά ν’ αποφεύγει να προσκυνήσει! Ο έρωτας λοιπόν, ως θεματική, ως modus vivendi, ως ιδεατή αλλά και πραγματιστική αξία της ζωής, είναι ο κυριότερος πυλώνας πάνω στον οποίο στηρίζεται το εικαστικό αλλά και το συγγραφικό έργο του Α.Κ.

Ο έρωτας δεσπόζει και στο τελευταίο βιβλίο του. Και δεσπόζει σε όλες του τις μορφές και εκφάνσεις, σε όλα τα επίπεδα και όλες τις εκδοχές Πρόκειται μάλιστα για μια παρουσία χωρίς αναστολές, χωρίς ταμπού, αμφισημίες, κρυπτικότητα, υπαινιγμούς, αλληγορικές ή νεφελώδεις προσεγγίσεις. Ο έρωτας αντικρίζεται κατάφατσα, κατάματα, πρόσωπο με πρόσωπο, αληθινά, γήινα, σάρκινα.

Ο έρωτας είναι περισσότερο σαρκική παρά πνευματική διεργασία. Και ο Α.Κ. έχει την ειλικρίνεια και την ευθύτητα να το παραδέχεται. Απευθυνόμενος σ’ έναν από τους ήρωες του, μονολογεί: «Θα ήθελα όμως να βρισκόμαστε κάπου κάπου, να ενώνουμε τα κορμιά μας και το πνεύμα μας». (σελ. 132)

Όπως εξάλλου αυτοσαρκάζεται και ο ίδιος – και με μια ελαφρά δόση αυταρέσκειας – μπορεί στη ζωγραφική και την πεζογραφία του να υπάρχει πολλή σάρκα, αλλά υπάρχει και πολλή τέχνη. Δεν θα επαναλάβω εδώ τη γνωστή νουθεσία της Νίκης Μαραγκού. Εξάλλου, εάν ο Α.Κ. την υιοθετούσε, δεν θα ήταν ο εαυτός του.

Ωστόσο, ούτε  κι εγώ θα ήμουν ο εαυτός μου, ο κριτικός εαυτός μου, εάν δεν επεσήμανα την ελάσσονα σημασία που αποδίδει ο συγγραφέας στον κοινωνικό ιστό που περιβάλλει τους ήρωές του και τα δρώμενα γύρω από αυτούς. Και ο Α.Κ. διαθέτει όλα τα εφόδια, γνωσιολογικά, αισθητικά και άλλα, προκειμένου να αποδώσει σε αυτό τον ιστό την πρέπουσα, την αρμόζουσα σημασία. Δεν το πράττει, συνειδητά.
 
g.frangos@cytanet.com.cy