Κωνσταντία Σωτηρίου: «Φωνές από χώμα», εκδόσεις Πατάκη, 2017. 

Τις ίδιες αφηγηματικές πρακτικές – εξίσου επιτυχώς – αξιοποιεί η νέα συγγραφέας Κωνσταντία Σωτηρίου και στο δεύτερο εκτενές αφήγημά της, «Φωνές από χώμα», (2017) όπως και στο πρώτο και βραβευμένο ανάλογο έργο της «Η Αϊσέ πάει διακοπές». (2015) Σε αμφότερα τα πεζογραφήματά της χρησιμοποιείται η πρωτοπρόσωπη ευθυτενής αφήγηση, αφού μιλούν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές των γεγονότων. Η αφήγηση βέβαια δεν είναι επίπεδη, αφού το «τώρα» εναλλάσσεται, συχνά και αρμονικά, με το «τότε».

Μόνη διαφορά μεταξύ των δυο έργων, σε ότι αφορά πάντα τις αφηγηματικές πρακτικές, είναι ότι στο νέο βιβλίο η συγγραφέας πέρασε από τη μονοπρόσωπη στην πολυπρόσωπη αφήγηση. Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός από μόνο του συνιστά ποιοτικά εξελικτική διαφοροποίηση. Αφού, κάθε φορά που αλλάζει ο αφηγητής, γίνονται και οι αντίστοιχες στιλιστικές και υφολογικές αναπροσαρμογές. Το εγχείρημα, ασφαλώς, απαιτεί μεγαλύτερη συγγραφική δεινότητα.

Η Κ.Σ. έχει δώσει αξιομνημόνευτα δείγματα γραφής τόσο ως πεζογράφος, όσο και ως δραματουργός. Σε ότι αφορά το έργο «Η Αϊσέ πάει διακοπές», το αφήγημα προηγήθηκε της θεατρικής καταγραφής. Σε ότι αφορά τις «Φωνές από το χώμα», συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Του πεζογραφήματος προηγήθηκε το θεατρικό κείμενο. Δεν είμαι βέβαιος ποια είναι η πιο ορθολογιστική σειρά. Ωστόσο, πιστεύω ότι και στις δυο περιπτώσεις, αμφότερες οι καταγραφές είναι ενδιαφέρουσες και αξιοπρόσεκτες.

Σε αμφότερα τα βιβλία της Κ.Σ. δεν υπάρχουν ήρωες, παρά μόνο ηρωίδες. Γυναίκες αφηγούνται τα πάθη και τα δεινά του λαού μας στη σύγχρονη ιστορία του. Κύπριες γυναίκες, ανεξαρτήτως εθνικότητας, που με απλότητα και ευθύτητα, αποδομούν καταλυτικά εθνοτικούς, εθνικούς μύθους, πότε της μιας και πότε της άλλης κοινότητας.

Το νέο αφήγημα της Κ.Σ., που ο εκδοτικός οίκος ταξινομεί ως νουβέλα, πραγματεύεται την έναρξη των διακοινοτικών ταραχών του 1963-64 με τη δολοφονία της Τουρκοκύπριας ιερόδουλης Τζεμαλιέ στην περιοχή Ταχτακαλά της παλιάς Λευκωσίας. Το βιβλίο περιλαμβάνει έντεκα μονολόγους Ελληνοκυπρίων γυναικών, που διασπώνται συνεχώς από τη σπαραχτική αφήγηση της ίδιας της Τζεμαλιέ. Ο χαρακτήρας της κεντρικής ηρωίδας του βιβλίου, μέσα από τις αφηγήσεις της, ξεπροβάλλει πλήρης, ολοκληρωμένος, διάφανος και πειστικός. Η Κ.Σ. καταφέρνει να προσδώσει στην κεντρική ηρωίδα της βαθύ συναισθηματικό υπόβαθρο, λυρισμό, ευαισθησία αλλά και συνειδησιακή αναταραχή την οποία διεγείρουν τα ίδια τα γεγονότα κατά τη σημαδιακή εξέλιξή τους.

Οι αφηγήσεις της Τζεμαλιέ που είναι διάσπαρτες σε όλο το βιβλίο, είναι γραμμένες στη δημοτική. Σε αντίθεση με τις αφηγήσεις των έντεκα Ελληνοκυπρίων γυναικών που είναι διατυπωμένες στην κυπριακή διάλεκτο. Έτσι επιτυγχάνεται και η στιλιστική διαφοροποίηση μεταξύ των δύο εξιστορήσεων. Οι Ελληνοκύπριες αφηγήτριες είναι μάρτυρες των δραματικών γεγονότων του 1963-64. Η Τζεμαλιέ είναι η πρωταγωνίστρια των ίδιων γεγονότων. Η αφήγησή της ξεκινά πολύ από πριν την κορύφωση της κρίσης, αλλά όταν αυτή κουφόβραζε μέσα σε μια ευνοϊκή γι’ αυτήν περιρρέουσα ατμόσφαιρα, όπως θα λέγαμε σήμερα. Η αφήγηση της Τζεμαλιέ ολοκληρώνεται με την κηδεία της, που φυσιολογικά, προσέλαβε παλλαϊκό χαρακτήρα μέσα στην τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Οι αφηγήσεις των Ελληνοκυπρίων γυναικών – ως μαρτυρίες – διακρίνονται περισσότερο για την παραστατικότητα, την εκφραστικότητα και τον δραματικό τους χαρακτήρα, παρά για το λυρισμό και τη συναισθηματική τους φόρτιση, όπως συμβαίνει με τις αφηγήσεις της Τζεμαλιέ. Επιπρόσθετα, θα έλεγα ότι αν αξιολογήσει κανείς συνολικά και σωρευτικά αυτές τις έντεκα αφηγήσεις, θα διαπιστώσει ότι προσομοιάζουν με χορό αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Καθότι εκφράζουν μια κοινή γνώμη της τότε εποχής και εξετάζουν τα γεγονότα μέσα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία. Η οπτική αυτή, μέσα από την ευθύτητα και τη μη επιτήδευση της, οδηγεί τον αναγνώστη σε πολύ σημαντικά συμπεράσματα για το τι και πώς έχει συμβεί τότε, την περίοδο 1963-64.

Πέρα από τις προφανείς λογοτεχνικές αρετές και του νέου έργου της Κ.Σ., θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα και σε μια άλλη πτυχή, ακαριαία σημαντική, κατά την άποψή μου. Αναφέρομαι στο κριτικό στίγμα της συγγραφέως, ένα στίγμα που βάζει το δικό του λιθαράκι ούτως ώστε ο λαός μας, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, να οδηγηθεί, επιτέλους, στην αυτογνωσία. Διότι μόνο μέσα από την αυτογνωσία και την αυτοκριτική θεώρηση μπορούμε να βαδίσουμε στο μέλλον με προσδοκίες και οράματα.

g.frangos@cytanet.com.cy