«Η πόρνη από πάνω» του Αντώνη Τσιπιανίτη σε σκηνοθεσία Άγι Παΐκου.
Ο Άγις Παΐκος έχει αποδείξει ότι η δική του σκηνοθετική μανιέρα με την ιδιαίτερη προσοχή στις ψυχολογικές λεπτομέρειες των ρόλων που δουλεύει, με τη σημασία που δίνει στη φωνή των ηθοποιών του ως έκφραση της ψυχικής τους κατάστασης, με την επικέντρωση στο βλέμμα και το πρόσωπο των ερμηνευτών ως κύριο μέσο διαμόρφωσης του χαρακτήρα του ρόλου, ευδοκιμεί στην «Εστία», ίσως τον μικρότερο μόνιμο θεατρικό χώρο. Βλέποντας το έργο του Αντώνη Τσιπιανίτη «Η πόρνη από πάνω» ως μέρος μιας τριλογίας γυναικείων μονολόγων, μετά από τον «Μανώλη» του Γιώργου Νεοφύτου με την Ιωάννα Σιαφκάλλη και την «Μπαλάντα της φρίκης» της Ηλέκτρας Παπά με τη Φανή Πέτσα, σκηνοθετεί τώρα τη Μήδεια Χάννα.
Εξαρχής να πω ότι το κείμενο του Τσιπιανίτη δεν με εντυπωσίαζε, ήταν πολύ προβλέψιμο, τα στερεότυπα όπως η μορφή του πατέρα δυνάστη, τον ρόλο του οποίου αναλαμβάνει ο σύζυγος, όπως η στερημένη ζωή της ηρωίδας, όπως η επιθυμία της να ζήσει που όμως δεν την ωθεί σε πράξεις, όπως το αχνά και χωρίς αιχμηρότητα σκιαγραφημένο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, κ.ά., βάραιναν το κείμενο και η ουδέτερη, τεχνητή γλώσσα δεν το απογείωνε.
Κι όμως πάνω σ’ αυτό το αρκετά χαμηλό βάθρο η ηθοποιός Μήδεια Χάννα έστησε μια εντυπωσιακή μορφή, πολύ σημαντική στην προσωπική της επαγγελματική πορεία. Να ένα από τα μυστήρια του θεάτρου: πώς γίνεται να αδιαφορείς ως θεατής για το υλικό από το οποίο αποτελείται μια παράσταση- μονόλογος και να αποδέχεσαι θερμά τη μορφή που έχουν δημιουργήσει η ηθοποιός και ο σκηνοθέτης; Μάλλον η Μήδεια Χάννα έχει δανείσει στην ηρωίδα της τη δική της ανθρώπινη αλήθεια, τον δικό της αγώνα που πέρα από τον πόνο χαρακτηρίζεται από δύναμη και γνησιότητα συναισθημάτων.
Μάλλον ο σκηνοθέτης έχει δει τη δύναμη μέσα στην πρωταγωνίστριά του κι έχει φροντίσει αυτή η δύναμη ν’ ακουστεί στη φωνή της, να φανεί στο βλέμμα της, να στηρίξει την κίνησή της. Ο μικρός χώρος δεν συγχωρεί παραβιάσεις της αλήθειας και η Μήδεια Χάννα άντεξε αγέρωχα τη συγκεντρωμένη προσοχή του κοινού.