Ελλάδα Σοφοκλέους: «Τον καιρό που άνθιζαν  οι ανεμώνες», ιδιωτική έκδοση 2016.

Το αφήγημα της Ελλάδας Σοφοκλέους «Τον καιρό που άνθιζαν οι ανεμώνες», με δυο λέξεις, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ωδή στη νοσταλγία. Η συγγραφέας επιστρέφει στην παιδική της ηλικία και στη γενέτειρα της, το χωριό Καλλέπεια της Πάφου. Θυμάται με τρυφερότητα και αναπλάθει με γλαφυρότητα πρόσωπα, καταστάσεις, συναισθήματα, χρώματα, αρώματα και γεύσεις αλλοτινών εποχών, αλλά και αλλοτινών ανθρώπων. Τότε που όλα φάνταζαν πιο φωτεινά και πιο διαυγή. Αυτό εξάλλου δεν συμβαίνει στον καθένα που επιστρέφει στην παιδική ηλικία και στο γενέθλιο τόπο; Η συγγραφέας προτάσσει στο βιβλίο της ένα απόφθεγμα που ανήκει στον Τίτο Πατρίκιο: «Παρόν χωρίς μνήμη δεν έχει βάθος, αλλά και μνήμη χωρίς παρόν δεν έχει χρησιμότητα». (σελ. 9) Η Ε.Σ. επιχειρεί να μείνει πιστή σε αυτή τη ρήση από την αρχή μέχρι και το τέλος του αφηγήματος της και σε μεγάλο βαθμό το επιτυγχάνει.

Έστω κι αν στιγμές – στιγμές το πέπλο της εξιδανίκευσης που επιφέρει το πέρασμα του χρόνου κάνει αισθητό το θρόισμά του. Π.χ. αυτό συμβαίνει όταν η συγγραφέας αποφαίνεται: «Στη γειτονία ήταν όλοι σαν μια οικογένεια. Ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας ήταν και δικός σου άνθρωπος. Περνούσες απ’ έξω και χωρίς δισταγμό έμπαινες από την ανοικτή πόρτα, γιατί ήσουν σίγουρος πως σε περίμενε ένα ζεστό καλωσόρισμα και μια φιλόξενη αγκαλιά. Σήμερα αυτό έχει εκλείψει. Οι άνθρωποι έπαψαν να επικοινωνούν. Έγιναν εσωστρεφείς, εγωκεντρικοί και απόμακροι». (σελ. 14 -15)

Η ανθρωπογεωγραφία αλλά και η τοπιογραφία της Ε.Σ. ενίοτε προσλαμβάνουν ηθογραφικό χαρακτήρα, μακριά όμως από ρητορισμούς, πομπώδεις εκφράσεις και το όποιο άρωμα διδακτισμού. Αντιθέτως, η απλότητα και η αμεσότητα της γραφής προσθέτουν αξία στο όλο κείμενο.

Κεντρικές φιγούρες στην αφήγηση της συγγραφέως ο πατέρας και η μητέρα της. Με αδρές και φωτεινές πινελιές ζωγραφίζονται οι χαρακτήρες και τα ιδιοσυγκρασιακά τους χαρακτηριστικά, με οπτική γωνία θέασης την εφηβεία της Ε.Σ. αλλά και τη σημερινή ώριμη ματιά της. Οι δύο οπτικές αλληλοσυμπληρώνονται και ουδόλως συγκρούονται. Βεβαίως, και φυσιολογικά, στο επίκεντρο της προσοχής της συγγραφέως βρίσκονται οι αρετές και τα χαρίσματα αμφοτέρων.

Όμως, με την ίδια καλοπροαίρετη και θετική διάθεση, η Ε.Σ. προσεγγίζει όλους τους ήρωές της. Προέχει η θέαση της θετικής τους πλευράς. Την ίδια ώρα τα όποια γκρίζα χαρακτηριστικά παρουσιάζονται με σκωπτική, ευχάριστη διάθεση και χιούμορ, χωρίς αρνητικά συναισθήματα ή σφοδρές επικρίσεις.

Πέρα από τον στενό οικογενειακό της περίγυρο, η συγγραφέας αναφέρεται αναλυτικά, ζεστά και συγκινητικά σε δυο γυναίκες που σημάδεψαν την παιδική της ηλικία με την αγάπη, τη φροντίδα, τη συμπεριφορά και το παράδειγμά τους, την Ελισάβετ και τη Δωροθέα. Αυτές οι σελίδες πιστεύω πως είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες σ’ ολόκληρο το βιβλίο.

Αυτό το συνολικό πλαίσιο σκιαγράφησης χαρακτήρων -πορτρέτων ισχύει για όλους τους ήρωες του βιβλίου: Τον Δημήτρη Μουλάρη, ιδιοκτήτη καφενείου, (σελ. 28) που ήταν εσωστρεφής, σε αντίθεση με τον Ανδρέα και τη Μαρία του απέναντι καφενείου, που ήταν έξω καρδιά. 

Βέβαια, η μνήμη, ειδικά μετά από μεγάλη πάροδο χρόνου, έχει την ιδιότητα να αμβλύνει τις εξοχές, τις αιχμές, τις γωνίες, ό,τι προκαλούσε πόνο ενόσω συνέβαινε. Όλα τα γλυκαίνει η θαλπωρή της νοσταλγίας. Έτσι η συγγραφέας μεταφέρει τη συγκίνησή της στον αναγνώστη: «Σκηνές γεμάτες γραφικότητα και γοητεία που στις μέρες μας είναι τόσο ξένες και άγνωστες. Αποτελούν θεματογραφία για παιδικά παραμύθια!». (σελ. 33)

Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι η Ε.Σ., στην προσπάθεια της να εκθειάσει, να αναδείξει και να τιμήσει το χθες, αδικεί το σήμερα. Οι όποιες συγκρίσεις ενδεχομένως και να ήταν αχρείαστες. Η κάθε εποχή μιλά αφ’ εαυτής. Και όταν γίνονται συγκρίσεις από το ύψος του σήμερα, παραβιάζεται η αρχή της ιστορισμού. Αφού λαμβάνονται υπόψη δεδομένα και κριτήρια, τα οποία δεν υπήρχαν όταν λάμβαναν χώρα τα γεγονότα που εξιστορούνται. Έχω λοιπόν τη γνώμη ότι κάποιοι αφορισμοί και κάποιες γενικεύσεις θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Για παράδειγμα: «Τα βιώματα πλουτίζουν τη ψυχή του ανθρώπου, γι’ αυτό και σήμερα που οι άνθρωποι δεν έχουν τα βιώματα που είχαν άλλοτε, ο κόσμος έγινε πιο φτωχός συναισθηματικά». (σελ. 40) Μα υπάρχει εποχή που δεν έχει ενδιαφέροντα βιώματα; Υπάρχει εποχή που να μην διεγείρει το συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου;

Σχεδόν κατά κανόνα όλες οι αναφορές της συγγραφέως στο σήμερα είναι απαξιωτικές: «Σήμερα επικρατεί η απληστία, το κυνήγι του εύκολου κέρδους και του πλούτου, που οδηγούν στην παρακμή και στη διαφθορά». (σελ. 66-67)

g.frangos@cytanet.com.cy