Μια δεύτερη ανάγνωση με αφορμή τον νέο κύκλο παραστάσεων των Περσών του Άρη Μπινιάρη, από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου.
Εάν θα έπρεπε λακωνικά να αποδώσω τη δική μου συγκινησιακή και αισθητηριακή εμπειρία σε σχέση με τους Πέρσες του Άρη Μπινιάρη, αβίαστα θα κατέφευγα στην περιγραφή του τίτλου: «Η ζώσα ενέργεια μιας εν αναστολή εκτόνωσης». Η εν λόγω ενέργεια δημιουργείται μεθοδικά στο «εδώ και τώρα» της παράστασης -από το πρώτο κιόλας λεπτό καλώντας, συνωμοτικά, τον θεατή να γίνει (συν)μέτοχος στην τελετουργία της δράσης- και διακόπτεται βίαια με ένα απότομο φινάλε, όχι για να λυτρώσει στιγμιαία αλλά για να δώσει μια μακροπρόθεσμη προοπτική στη θεραπευτική –κατά τον σκηνοθέτη- δυναμική του έργου. Η ζώσα ενέργεια διακτινίζεται –σχεδόν εξοβελίζεται- με τη λήξη της παράστασης, για να μετουσιωθεί ενίοτε σε γόνιμο προβληματισμό ή να εγγραφεί ως βιούμενη εμπειρία στα κατάστιχα της συγκινησιακής μνήμης του κάθε θεατή και συμμετέχοντα. Επαγωγικά και αναδρομικά η ενέργεια αυτή είναι διαθέσιμη να θεραπεύσει όποιον είναι έτοιμος να «κλάψει για ό,τι έχει χαθεί».
Σε κλίμα τελετουργικό –σχεδόν μυστικιστικό- ο Μπινιάρης αριστοτεχνικά μετατρέπει την απούσα εξωτερική σκηνική δράση σε διάχυτη και ζωντανή εσωτερική ενέργεια. Με δεδομένο το γεγονός ότι οι Αισχύλειοι Πέρσες στηρίζονται δραματουργικά στην αφήγηση τετελεσμένων (για τα δραματικά πρόσωπα) και ιστορικά δεδομένων (για τους θεατές) γεγονότων -την ήττα των Περσών κατακτητών από τον ελεύθερο στρατό των Ελλήνων- ο σκηνοθέτης, σωματοποιώντας και εικονοποιώντας την έντονη εσωτερική δράση των επί σκηνής προσώπων (αγωνία, ματαίωση, πόνος, οργή, θρήνος), υφαίνει στον πυρήνα της σκηνοθεσίας του τον παλμό της υπό διαπραγμάτευση μάχης.
Τα δύο τύμπανα -μοναδικά επί σκηνής αντικείμενα- λαμβάνουν ενεργό και λειτουργικό χαρακτήρα στην παράσταση. Ως ένας επιπλέον ρόλος μεταφέρουν με τον χτύπο τους την ένταση της μάχης, την αγωνία της πόλης, και την κουλτούρα του στρατοπέδου των κατακτητών, που με τη στρατιωτική πειθαρχία, την επιβεβλημένη αλαζονεία, την ψυχολογία της μάζας και την τυφλή υπακοή στον έναν οδηγήθηκαν στον όλεθρο. Με τον τρόπο αυτό, η σκηνοθεσία συνθέτει ένα δυναμικό ακουστικό τοπίο: συνονθύλευμα πνιγμένων κραυγών, διαπεραστικών ψιθύρων και ημιτονιακών απελευθερώσεων της ηχητικής έντασης, σε συνδυασμό πάντα με το επιβλητικό, στρατιωτικό και πειθαρχημένο ρυθμικό κτύπημα των τυμπάνων. Πρόκειται για μια έξυπνη σφυγμομέτρηση τόσο της εσωτερικής και εξωτερικής δράσης του έργου, όσο και της ίδιας της παράστασης. Στα εκρηκτικά κρεσέντο και στις εκκωφαντικές σιωπές του, ο ρυθμικός παλμός των τυμπάνων αναδεικνύει, υπογραμμίζει και συμπληρώνει τα επί σκηνής δρώμενα, ρυθμίζοντας -στο κράτημα και στην απελευθέρωσή της- την αισθητηριακή εμπειρία των θεατών.
Τα κυκλικά σχήματα και τα κινησιολογικά μοτίβα, που χαρακτηρίζουν τις κινήσεις και τις θέσεις των ηθοποιών, προσδίδουν τελετουργική ποιότητα στην κρατημένη ένταση των σωμάτων. Η ένταση αυτή δημιουργείται, διατηρείται και εντέχνως συγκρατείται για να οδηγηθεί μεθοδικά και σταδιακά σε μια μαρτυρική-μυστικιστική κορύφωση: τον εκστατικό στροβιλιστικό χορό της Άτοσσας (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη). Η δυναμική, ο ρυθμός, η επανάληψη και κυρίως η διάρκεια του εκστατικού αυτού χορού (ο οποίος ως αποτέλεσμα επίπονης εκπαίδευσης και εκπληκτικής τεχνικής υπερνικά τις προσδοκίες του θεατή ως προς τις ανθρώπινες αντοχές) προκαλούν πέρα από έκπληξη και θαυμασμό, την αίσθηση ενός μαρτυρικού, εσωτερικού και σε αναμονή για εκτόνωση πόνου.
Ομολογουμένως, η σκηνή του εκστατικού χορού της Άτοσσας σε συνδυασμό με τη μεταφυσική παρουσία του Βασιλιά Δαρείου (Νίκος Ψαρράς) συνθέτουν μια από τις κορυφαίες στιγμές της παράστασης. Στη μεταιχμιακή παρουσία ενός φαντάσματος, ο χώρος ακυρώνεται και ο χρόνος αναστέλλεται, καθώς η ανθρώπινη απόγνωση επικοινωνεί με την μεταφυσική γνώση υπερβαίνοντας η κάθε μια τη φύση της. Το φάντασμα του Δαρείου γειώνεται εκθέτοντας την ανθρώπινη ιστορία του (την σάρκα του) και η Βασίλισσα απογειώνεται υπερβαίνοντας τους νόμους που διέπουν τις ανθρώπινες σωματικές δυνατότητες, για να συναντηθούν στο γεφύρωμα του χωροχρονικού χάσματος που τους χωρίζει.
Στην εξέλιξη της πλοκής, καθώς η αλαζονεία τιμωρείται και η «Ύβρις» φέρνει την «Άτι», η άκαμπτη φιγούρα της Αυτοκράτειρας και η ρώμη των ανδρικών σωμάτων του χορού, κουβαλώντας το βάρος μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, η πτώση της οποίας λεκτικοποιείται και μεταφέρεται δια του Αγγελιαφόρου (Χάρης Χαραλάμπους), φθίνουν μεταφέροντας τα φορτία του θυμού, της ντροπής, της απογοήτευσης και του πόνου στο ταλαιπωρημένο, τσαλακωμένο, καταπονημένο σώμα του Ξέρξη (Αντώνης Μυριαγκός). Η ατσαλένια ρώμη και η περήφανη αυτοκυριαρχία δίνουν τη θέση τους σε μια διασαλεμένη αστάθεια, η οποία ακροβατεί στα όρια της κατάρρευσης και της παράδοσης. Τα σώματα, ως μετωνυμικές οντότητες, μεταφέρουν και περιφέρουν την υπερηφάνεια και την αλαζονεία μιας άλλοτε πανίσχυρης αυτοκρατορίας. Γίνονται μεταφορική ενσάρκωση της ίδιας της Περσίας που φθίνει και θα εκτονώσει τον θρήνο της μόνο με βασιλική διαταγή: «Κλάψε για αυτούς που έχουν χαθεί».
Η εύστοχη αντίστιξη ανάμεσα στον κεκρατημένο θρήνο στην εκφορά του λόγου και στην συσσωρευμένη ένταση της χορογραφημένης σωματικής κίνησης δημιουργούν και συγκρατούν καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης μια υπόγεια ενέργεια, ζωντανή και διάχυτη σε σκηνή και πλατεία. Το απότομο τέλος έρχεται σαν λύτρωση στο βασανιστικό κράτημα και η κάθαρση τροχοδρομείται δια μέσου της σωματικής έκφρασης ενός σαλεμένου από την πτώση βασιλιά και της εκούσιας παράδοσής του στον θεραπευτικό θρήνο.
Όλα αυτά εγγεγραμμένα σε ένα μινιμαλιστικό σκηνικό, με διακριτή την απουσία των σκηνικών αντικειμένων, αποκαλύπτουν μια παράσταση απελευθερωμένη από αχρείαστα στολίδια, επιτυχώς εκτεθειμένη στην δυναμική των πρωτογενών υλικών της αρχαίας τέχνης του θεάτρου (φωνή, σώμα, κίνηση), στοχεύοντας έτσι στον πυρήνα του αρχαίου δράματος μέσα από ένα τελετουργικό δρώμενο θεραπευτικής-καθαρτικής υφής.
Εκεί που ο χορός ροκάρει με τη συνοδεία των τυμπάνων, η βασίλισσα παραδίδεται σε έναν σχεδόν μυστικιστικό στροβιλιστικό χορό (ωσάν άλλος εκστασιαζόμενος Δερβίσης) και το βασανισμένο σώμα του Ξέρξη αφήνεται έρμαιο στις ερινύες, για να επιτελέσει (μέσα στον οίστρο της τρέλας του) την τελετουργία του καθαρτικού θρήνου, μια σειρά από αλυσιδωτές αναθεωρήσεις λαμβάνουν χώρα σε χρόνο παράστασης: η δράση επαναπροσδιορίζει την ταυτότητά της ως καθαρτήριο δρώμενο, ο ηθοποιός αποκτά την διττή ποιότητα του τελετουργού-εκτελεστή και σωματικού αποδέκτη της ζώσας ενέργειας που ο ίδιος έχει δημιουργήσει και ο θεατής γίνεται συμμέτοχος στην τελετουργία της κάθαρσης και μάρτυρας στο συμβάν της παράστασης.
Ταυτότητα παράστασης
Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς
Σκηνοθεσία – Mουσική δραματουργία: Άρης Μπινιάρης
Δραματουργική συνεργασία: Αντώνης Σολωμού
Μετρική διδασκαλία: Θεόδωρος Στεφανόπουλος
Σκηνικά: Κωνσταντίνος Λουκά
Κοστούμια: Ελένη Τζιρκαλλή
Κινησιολογία: Λία Χαράκη
Σχεδιασμός φωτισμού: Γεώργιος Κουκουμάς
Ηχητικός σχεδιασμός: Γιώργος Χριστοφή
Παίζουν: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Άτοσσα), Χάρης Χαραλάμπους (Αγγελιαφόρος), Νίκος Ψαρράς (Δαρείος), Αντώνης Μυριαγκός (Ξέρξης)
Χορός: Ηλίας Ανδρέου, Πέτρος Γιωρκάτζης, Γιώργος Ευαγόρου, Μάριος Κωνσταντίνου, Παναγιώτης Λάρκου, Δαυίδ Μαλτέζε, Γιάννης Μίνως, Άρης Μπινιάρης, Γιώργος Ονησιφόρου, Ονησίφορος Ονησιφόρου, Στέφανος Πίττας, Κωνσταντίνος Σεβδαλής