Όσο η ασήκωτη τυπολογία των συμβολικών χαρακτήρων του Μολιέρου, που έχουν καταδικαστεί σε αιώνια μνημόνευση, γοήτευε σκηνοθέτες και ηθοποιούς οι θεατρικές σκηνές δεν προλάβαιναν να ανεβάζουν έργα του. Αρχοντοχωριάτες, μισάνθρωποι, φιλάργυροι, ταρτούφοι, κατά φαντασίαν ασθενείς κάθε άλλο παρά έπαψαν ή πρόκειται να πάψουν να κυκλοφορούν ανάμεσά μας ή στον καθρέφτη μας. Όμως, ενώ τα έργα του Γάλλου κωμωδιογράφου είναι τόσο οικεία και κλασικά έχω την αίσθηση ότι στο κυπριακό, αλλά και γενικότερα στο ελληνόφωνο θέατρο –για να μην το διεθνοποιήσω- όλο και αραιότερα βρίσκουν τον δρόμο προς τη σκηνή.

Προσωπικά, δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι το βάρος πέφτει στο κοινό κι ότι έπαψαν να είναι δημοφιλή. Εικάζω ότι το πρόβλημα είναι ότι οι καλλιτέχνες του θεάτρου στις μέρες μας, όπως έχει διαμορφωθεί τεχνικά και ιδιοσυγκρασιακά η θεατρική δημιουργία, εκλαμβάνουν τη μολιερική πρόκληση ως μια επικίνδυνη παγίδα. Πέραν όμως των χαρακτηριστικών και της δεξιοτεχνίας, είναι το δέος μπροστά στους συμβολικούς τύπους (και όχι χαρακτήρες), όπως και οι κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις μιας σύγχρονης ανάγνωσης.

Το Θέατρο Σκάλα και ο Ανδρέας Μελέκης ίσως πίστεψαν ότι θα αποφύγουν την όποια παγίδα επιλέγοντας ένα έργο λιγότερο δημοφιλές, με λιγότερο εκκωφαντική τυπολογία, πατώντας παράλληλα «μαλακά» πάνω σ’ αυτό, χωρίς ριψοκίνδυνους ελιγμούς και τολμηρά τερτίπια. Ανεβάζοντας το «Ζωρζ Νταντέν ή Ο ανύπαρκτος σύζυγος», επένδυσαν πολλά στη λαϊκότητα και το ταμπεραμέντο του πρωταγωνιστή, Σοφοκλή Κασκαούνια, εκτιμώντας ότι έχει πολλά στοιχεία από την πάστα του μολιερικού θεατρίνου. Ίσως, αλλά το έργο δεν είναι μονόλογος.

Δέχομαι ότι ο τύπος του αφελούς κερατά είναι αρκετά οικείος στην εποχή μας, όμως το συγκεκριμένο έργο είναι ακόμη πιο επίφοβο για καλλιτεχνική αστοχία αν αντιμετωπιστεί μονοδιάστατα και απλουστευτικά. Η διεποχικότητά του είναι ιδιόμορφη και πολλοί σκηνοθέτες που το ανέβασαν τα τελευταία 350 χρόνια θαύμασαν την πολιτική και κοινωνιολογική διαίσθηση του Μολιέρου, ο οποίος πρόγνωσε την παρακμή της αριστοκρατίας και την επερχόμενη άνοδο της μεσαίας αστικής τάξης. Η πρώτη προειδοποιητική βολή ήρθε 20 χρόνια μετά την πρώτη παρουσίαση του έργου, το 1688, όταν ο Όλιβερ Κρόμγουελ εκτόπιζε –προσωρινά- τους ευγενείς από την εξουσία στην Αγγλία. Έναν αιώνα αργότερα η Αμερικανική (1776) και η Γαλλική Επανάσταση (1789) έκοβαν την «κορδέλα» στη σύγχρονη εποχή, του καπιταλισμού.

Οι ξεπεσμένοι αριστοκράτες σνομπάρουν τον άξεστο γαμπρό και επιβάλλονται στο αφελές οικονομικό κεφάλαιο απαιτώντας τη διατήρηση των τύπων που τους δίνουν δικαίωμα στην εξουσία. Πίσω από την απεγνωσμένη προσπάθεια του Νταντέν να δρασκελίσει την ταξική γραμμή και των πεθερικών του να αποφύγουν την αντίθετη πορεία κρύβεται μια αλληγορία για τα νέα ήθη που θα ακολουθούσαν.

Το αστείο προκύπτει από την αντιστροφή των ηθικών ιεραρχιών και το παιχνίδι των κατασκευασμένων κοινωνικών ρόλων. Η τιμιότητα και η αφέλεια γίνονται αντικείμενο σαρκασμού, ενώ στο πρόσωπο της τσαπερδόνας Ανζελίκ ο συγγραφέας συμπυκνώνει τις φιλελεύθερες απόψεις του περί του δικαιώματος της γυναίκας σ’ έναν γάμο που θα την κάνει ευτυχισμένη κι όχι αντικείμενο αγοραπωλησίας. Ακροβατώντας στα όρια του τραγικού, η ανελέητη σάτιρα των κοινωνικών παραδόξων της εποχής του και η έντονη αίσθηση του φαρσικού στοιχείου θα έβρισκαν τον δρόμο προς την αποδοχή του κοινού μέσω ενός πιο ρεαλιστικού και φυσικοφανούς μονοπατιού.

Ο «Νταντέν» είναι ένα στοίχημα που μάλλον χάθηκε για το θέατρο της Λάρνακας, ίσως γιατί δεν τέθηκε ποτέ. Η παράσταση ασφυκτιούσε μέσα στη ραφιναρισμένα κλασικότροπη ανάγνωση. Δεδομένου του γεγονότος ότι η πλοκή δεν έχει κάποια ανατροπή και δεν προσφέρει λύση –το έργο είναι σκληρό με τον κεντρικό του ήρωα, που βολοδέρνει μέσα στο ίδιο του το δράμα- η απόπειρα αφήνει τη γεύση της χαμένης ευκαιρίας.