Η Υπουργός Πολιτισμού της Ελλάδας μιλά για τα επίμαχα θέματα της αρμοδιότητάς της. 

Από πρωταθλήτρια Ελλάδος στο βόλεϊ στα νιάτα της και βραβευμένη ιέρεια του ελληνικού θεάτρου, η Λυδία Κονιόρδου βρέθηκε στο πηδάλιο του ευαίσθητου Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, σε μια περίοδο που αισθανόταν ότι είχε έρθει η ώρα για νέες αναζητήσεις. Κολυμπώντας πλέον στα βαθιά νερά της ενεργού πολιτικής έχει τη θέση και τη δυνατότητα να παρακολουθεί και να υπηρετεί από άλλο πόστο τον τομέα στον οποίο αφιέρωσε τη ζωή της. Η πρόσφατη επίσκεψη στην Κύπρο για την τελετή απονομής των Βραβείων του ΘΟΚ, έδωσε την ευκαιρία για μια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση πάνω στα καίρια ζητήματα της αρμοδιότητάς της.
 
Δεν σας λείπει το σανίδι; Όχι. Είχα ολοκληρώσει έναν μεγάλο καλλιτεχνικό κύκλο κι ήμουν σε φάση που αισθανόμουν ότι είχε έρθει η ώρα να αναζητήσω τα πράγματα από την αρχή, να θέσω στον εαυτό μου τα βασικά ερωτήματα. Ήθελα να περάσω ένα διάστημα σιωπής και να επανέλθω με κάτι ολότελα καινούριο – ΑΝ είναι να επανέλθω. Στη φάση αυτή ήρθε η τιμητική πρόταση από τον πρωθυπουργό. Είναι μια περίοδος προσωπικών προβληματισμών πάνω στην τέχνη και μπορώ και προσφέρω τις δυνάμεις μου από τη θέση της Υπουργού υπέρ άλλων καλλιτεχνών.
 
Εν μέρει, το αντιμετωπίζετε και σαν ένα καλλιτεχνικό πρότζεκτ; Καθόλου. Εδώ μιλάμε πραγματικά για μια υπηρεσία, μια αποστολή και μόνο έτσι το βλέπω. Τυγχάνει να γνωρίζω ένα μεγάλο κομμάτι του πολιτισμού, αισθάνομαι ότι μπορώ να αντιληφθώ κάποια πράγματα με την εμπειρία 40 χρόνων. Νομίζω ότι γνωρίζω αρκετά και σε σχέση με το αρχαιολογικό κομμάτι. Λόγω της ενασχόλησής μου με το αρχαίο δράμα γνώρισα αρκετούς αρχαιολογικούς χώρους και αρχαιολόγους. Προφανώς ο χώρος του πολιτισμού είναι πολύ οικείος για μένα.
 
Η πολιτική σε ποιο βαθμό σας είναι οικεία; Δεν είμαι πολιτικός με τη στενή έννοια, αλλά με την ευρύτερη. Ήμουν πολιτικοποιημένη από τον καιρό που συνειδητοποίησα τον εαυτό μου κι έχω μια σαφέστατη πολιτική θέση απέναντι στα πράγματα, την οποία και πλέον υπηρετώ μέσα στο πλαίσιο της κυβέρνησης.
 
Ποιες οι προοπτικές περαιτέρω συνεργασίας με την Κύπρο πάνω στα θέματα του πολιτισμού; Μόλις πριν λίγους μήνες υπεγράφη ανάμεσα στην Ελλάδα και την Κύπρο με τον τότε ομόλογό μου Κώστα Καδή Μνημόνιο Συνεργασίας. Παραδόξως όλα αυτά τα χρόνια δεν υπήρχε. Είμαστε αδερφές χώρες και φαίνεται ότι κατά κάποιο τρόπο παίρνουμε ο ένας τον άλλο ως δεδομένο, θεωρούμε τη συνεργασία αυτονόητη. Φυσικά και υπήρχαν συνεργασίες και κινητικότητα στον πολιτισμό μεταξύ των δύο χωρών. Θεωρώ όμως σημαντικό να υπάρχει κι ένα πλαίσιο από θεσμικής σκοπιάς κι αυτό ήταν που υπεγράφη, για να μπορέσουμε να κάνουμε πιο σταθερά και συστηματικά βήματα συνεργασίας.
 
Εδώ και δέκα χρόνια η θέση του ΘΟΚ στο Φεστιβάλ Επιδαύρου δεν είναι σταθερή. Υπάρχει ενδεχόμενο ν’ αλλάξει αυτό; Ανήκω στη γενιά των καλλιτεχνών που ζήσαμε μέσα από το Θέατρο Τέχνης την άνθιση του ΘΟΚ. Είδαμε στην Ελλάδα παραστάσεις πρωτοποριακές και εμβληματικές, κυρίως από την ομάδα πρωτοπόρων από τη σχολή του Κουν. Να μην ξεχνούμε τις Ικέτιδες, τη «Μάνα Κουράγιο». Εξακολουθώ να πιστεύω ότι ο ΘΟΚ έχει μεγάλη δυναμική την οποία μπορεί να αναπτύξει κι άλλο. Χαιρόμαστε για τη νέα σελίδα με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Σάββα Κυριακίδη και βλέπουμε ότι γίνονται ενδιαφέρουσες προτάσεις, όπως οι Πέρσες που είδαμε στην Επίδαυρο και φέτος περιοδεύουν σε όλη την Ελλάδα, με το ενδιαφέρον του κοινού να είναι ιδιαίτερα αυξημένο.
 
Αυτό σημαίνει «όχι»; Αυτό σημαίνει ότι ο ΘΟΚ έχει όλες τις προδιαγραφές και μπορεί με καλές συνεργασίες και ανάδειξη του δικού του δυναμικού να ξαναπάρει τη θέση που του αξίζει. Οι επιλογές του προγράμματος είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ, ο οποίος είμαι σίγουρη ότι παρακολουθεί με προσοχή κι είναι έτοιμος να εντάξει στο πρόγραμμα ποιοτικές προτάσεις.
 
Ποια ιεραρχείτε ως τα σημαντικότερα προβλήματα του υπουργείου σας σήμερα; Το πιο σοβαρό πρόβλημα είναι ότι λόγω μνημονίου δεν έχουμε τη δυνατότητα να προσλάβουμε αρκετό προσωπικό. Είναι εμφανές στους όλο και αυξανόμενους και εξαιρετικού επιπέδου αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία, που με την αύξηση του τουριστικού ρεύματος απαιτούν αυξημένο ωράριο λειτουργίας και προσωπικό. Με τις συνταξιοδοτήσεις ίσχυε το ένας προς τέσσερις που τώρα επανέρχεται στο ένας προς ένα. Όμως κι αυτό δεν αρκεί, διότι έτσι παραμένουμε όπως είμαστε, ενώ χρειαζόμαστε περισσότερους. Έλλειψη προσωπικού παρουσιάζεται και στις κεντρικές υπηρεσίες σε όλες τις ειδικότητες. Ελπίζουμε ότι θα μπορούμε να καλύψουμε το κενό το επόμενο διάστημα.
 
Διαχρονικά ο τομέας είναι παραμελημένος, θεωρείται περιττή πολυτέλεια. Βλέπετε να έχει αλλάξει κάτι σ’ αυτό; Υπάρχει μια συνειδητοποίηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και στην Ελλάδα ακόμη και στις τοπικές κοινωνίες, ότι ένα κομμάτι της ανάπτυξης συνδέεται με τον πολιτισμό. Όπου υπάρχει αρχαιολογικός χώρος ή μουσείο αναπτύσσεται η κοινότητα γύρω του. Οι άνθρωποι άρχισαν να το αντιλαμβάνονται και γι’ αυτό ζητούν να ολοκληρωθούν οι αναστηλώσεις, ν’ ανοίξουν τα μουσεία γιατί έχουν πλέον συναίσθηση της σημασίας να έχεις ένα τέτοιο θησαυρό δίπλα σου. Μέσα στις αλλαγές που γίνονται στην Ευρώπη και σε παγκόσμιο επίπεδο, το ζήτημα του πολιτισμού είναι σήμερα επιτακτική αναγκαιότητα.
 
Πώς το εννοείτε αυτό; Μέσα από τον πολιτισμό και όχι μόνο μέσα από την οικονομία θα μπορέσουμε να αναστοχαστούμε και να αποφασίσουμε σε ποια Ευρώπη θέλουμε να κατοικούμε αύριο, τώρα που τα πράγματα αλλάζουν ραγδαία. Για τις προκλήσεις όπως το προσφυγικό, το οικονομικό, η κλιματική αλλαγή, τα θέματα που ξεπερνούν τα στενά όρια και σύνορα κάθε χώρας, ο πολιτισμός βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του προβληματισμού κι αυτό το διαπιστώνω όλο και περισσότερο στις συναντήσεις με ομολόγους μου σε επίπεδο ΕΕ. Δεν είναι τυχαίο ότι για πρώτη φορά φέτος ο πολιτισμός συζητήθηκε σε άτυπη σύνοδο στο περιθώριο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός. Φαίνεται ότι άρχισε να επικρατεί η αντίληψη ότι δεν είναι κάτι περιττό και διακοσμητικό, ή κάτι που μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς αυτό. Ο πολιτισμός είναι η πυξίδα μας. Η πυξίδα του πλοίου που μας δείχνει το δρόμο. Μόνο με την οικονομία υπάρχει ο κίνδυνος το καράβι να μείνει ακυβέρνητο και να πέσει στα βράχια.

Έπρεπε να γίνει ευρύ κοινωνικό αίτημα για να υποχρεωθεί η πολιτική ηγεσία να καταλάβει τη σημασία του; Νομίζω ότι είναι αμφίπλευρο. Η ελληνική κυβέρνηση το δείχνει και μέσα από αναπτυξιακά συνέδρια που διοργανώνει σε όλη την επικράτεια. Είναι ακριβώς για να αφουγκραστεί τις κοινωνίες, τους ανθρώπους στον τόπο όπου δραστηριοποιούνται, για να καταλάβει τις ανάγκες. Χρειάζεται να γίνουν αλλαγές από κάτω προς τα πάνω κι όχι με επιβολή από πάνω. Αυτή είναι φιλοσοφία της κυβέρνησης κι εγώ τη συμμερίζομαι. Ζούμε σε μια εποχή μεγάλων αλλαγών και χρειάζεται να είμαστε σε θέση να αφουγκραζόμαστε όσα γεννιούνται από τις ρίζες. 

Σε ποιο βαθμό έχει ελαφρύνει η καθημερινή ζωή του Έλληνα; Οι δυσκολίες υπάρχουν και τις βλέπουμε όλοι μας. Δεν μπορεί να πει κανείς ότι χαιρόμαστε, όμως γίνονται σοβαρά βήματα καταρχάς σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία, η οποία πρέπει να αποκατασταθεί αν θέλουμε να κερδίσουμε το στοίχημα. Έπειτα προχωρούν νομοθετικές ρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να είχαν γίνει εδώ και δεκαετίες. Στο Υπουργείο μας για παράδειγμα το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων είχε να αγγιχτεί από το 1993 και της καλλιτεχνικής παιδείας, με την οποία ασχολούμαστε τώρα, από το 1983. Θέλουμε να βάλουμε τάξη σ’ ένα αχαρτογράφητο τοπίο χωρίς κανόνες και διαφάνεια, με στόχο να πιάνει τόπο και το τελευταίο ευρώ. Είναι μια μεγάλη προσπάθεια την οποία οι πολίτες εισπράττουν και εκτιμούν.
 
Ποιες είναι οι εξελίξεις σε σχέση με την καλλιτεχνική παιδεία; Όταν το 2003 τα ΤΕΙ έγιναν ανώτατα, η καλλιτεχνική παιδεία έμεινε ορφανή. Δηλαδή, αδιαβάθμητη. Εδώ και 15 χρόνια δεν είχε αγγίξει κανείς αυτό το ζήτημα, ακριβώς επειδή είναι περίπλοκο. Αναζητούμε λύσεις σύγχρονες για να διαβαθμιστούν τα πτυχία, να ανέβει το επίπεδο σπουδών. Σκεφτείτε ότι στη μουσική το καθεστώς των ωδείων καθορίζεται από βασιλικό διάταγμα του 1953. Η τελευταία ρύθμιση για τις υπόλοιπες καλλιτεχνικές σχολές ήταν το 1983. Σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας, θέλουμε να επικαιροποιήσουμε το περιεχόμενο των σπουδών για να αποκατασταθεί το τεράστιο πλήγμα σε σχέση με τη διαβάθμιση κι από εκεί και πέρα να δούμε πώς μπορούμε να αλλάξουμε το τοπίο.
 
Αναφέρεστε στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τι γίνεται όμως με τις υπόλοιπες βαθμίδες; Είναι επιτακτική και η ανάγκη σύνδεσης των βαθμίδων της εκπαίδευσης μεταξύ τους, πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας, τριτοβάθμιας. Να υπάρχει μια συνέχεια στην καλλιτεχνική εκπαίδευση. Όλα αυτά είναι ζητήματα για τα οποία μπορούμε να βρούμε συμμάχους και ήδη έχει δημιουργηθεί άτυπη ομάδα εργασίας η οποία επεξεργάζεται το ζήτημα, που είναι ακανθώδες αλλά εμείς θα επιμείνουμε.
 
Τι άλλαξε στο εικαστικό τοπίο και ποιες ανάγκες υπέδειξε η διοργάνωση της Ντοκουμέντα πέρσι στην Αθήνα; Ακολούθησε μια μεγάλη κινητοποίηση στα εικαστικά, η Αθήνα έγινε διεθνές κέντρο, έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον διεθνώς. Μάλιστα, πληροφορούμαι ότι ξένοι δημιουργοί έρχονται στην Ελλάδα για να νοικιάσουν στούντιο και να δουλέψουν στην Αθήνα. Αυτό είναι κάτι που καμιά φορά δεν το αντιλαμβανόμαστε ζώντας με τις δυσκολίες στην καθημερινότητα. Όμως, η Ελλάδα δίνει ένα πολύ φωτεινό παράδειγμα προς τα έξω, έχει αλλάξει η εικόνα της.
 
Ποιες λύσεις βλέπετε στον ορίζοντα σε ό,τι αφορά την πολιτική για το βιβλίο; Είμαστε ευτυχείς που επανέρχεται η ενιαία τιμή του βιβλίου μετά τις πρόσφατες διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς. Ήταν από τις πρώτες δεσμεύσεις όταν ανέλαβα. Πείσαμε ότι δεν υπάρχει σοβαρή δημοσιονομική αλλαγή με την επαναφορά της ενιαίας τιμής. Κάναμε σοβαρές επαφές σε όλη την Ευρώπη, κερδίσαμε φωνές υποστήριξης και μέσα στην Κομισιόν. Παράλληλα, επαναδραστηριοποιούμε το ΦΡΑΣΙΣ και στηρίζουμε με επιπλέον χρηματοδοτήσεις, μέσω του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, την παρουσία μας στις εκθέσεις της Θεσσαλονίκης και της Φρανκφούρτης. Επίσης επιθυμούμε να αξιοποιήσουμε περαιτέρω τη ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ, είναι μια λειτουργικότατη βάση δεδομένων και θέλουμε να την υποστηρίξουμε εντάσσοντάς τη σε πρόγραμμα ψηφιοποίησης.
 
Πώς σκοπεύετε να καλύψετε το κενό που έχει δημιουργηθεί με την κατάργηση του ΕΚΕΒΙ; Η κατάργηση είχε πολύ σοβαρά επακόλουθα. Αυτή τη στιγμή έχει εγκριθεί η επαναφορά του, με τη μορφή όμως ενός νέου φορέα για το βιβλίο, πιο ευέλικτου και λιγότερο δαπανηρού. Έχουμε ήδη εντοπίσει ιδιόκτητο κτήριο του Υπουργείου όπου θα φιλοξενηθεί αυτός ο φορέας και προχωρούμε στη διαμόρφωση νομικού πλαισίου για να γίνει αυτό το βήμα για το βιβλίο. 

«Δεν θέλουμε επιστροφή, αλλά επανένωση των Γλυπτών»
 
Έχετε τονίσει την ανάγκη εξεύρεσης νέων προσεγγίσεων στο ζήτημα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα. Ποια είναι αυτή τη στιγμή η τακτική της ελληνικής κυβέρνησης; Είδαμε τα προηγούμενα χρόνια ότι η επιλογή να προκριθεί η νομική οδός έφτασε σε αδιέξοδο. Στην ουσία έκλεισε η πόρτα του διαλόγου από τη βρετανική πλευρά. Περισσότερο χάσαμε παρά κερδίσαμε με την τακτική αυτή, δεν οδηγούσε κάπου και γι’ αυτό εγκαταλείφθηκε. Εμείς προκρίνουμε τη διπλωματική οδό για να βρούμε μια λύση κοινά αποδεκτή. Το αφήγημά μας είναι πλέον η επανένωση αυτού του μοναδικού μνημείου, να συμπληρώσει τα κομμάτια του διότι μόνο έτσι μπορεί να πει την ιστορία του. Διαφορετικά, είναι εντελώς κατακερματισμένο. Είναι ένα έργο τέχνης. Είναι σαν να τεμαχίζουμε την «Γκουέρνικα» και να σκορπίζουμε τα κομμάτια της σε διάφορα μουσεία. Επομένως, η δική μας θέση δεν είναι η επιστροφή. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι μια πράξη πολιτισμού: η επανένωση των Γλυπτών.
 
Ποιο ρόλο μπορεί να διαδραματίσει ο πολιτισμός απέναντι στα προβλήματα της εποχής μας; Το προσφυγικό είναι ένα πρόβλημα που χώρες όπως η Ελλάδα ζουν πολύ έντονα, αφού αποτελεί πύλη εισόδου. Ωστόσο, στην πραγματικότητα είναι μια βραδυφλεγής βόμβα που αφορά όλη την Ευρώπη. Χρειάζεται να υπάρξει αλληλεγγύη και παράλληλα και να ενταχθούν οι άνθρωποι αυτοί μέσα στις κοινωνίες. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσω του πολιτισμού και της παιδείας. Αν συνυπολογίσει κανείς και το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής που θα οδηγήσει κι άλλους ανθρώπους στην προσφυγιά, πρέπει να αναλογιστούμε σοβαρά ποιος είναι ο συνεκτικός ιστός που θα μας προστατέψει από ακραία φαινόμενα. Πιστεύω ότι ο πολιτισμός είναι μια ειρηνική δύναμη που μπορεί να συμβάλλει στο να δημιουργηθεί αυτός ο προστατευτικός ιστός για να επιτρέψει στις κοινωνίες μας να λειτουργήσουν και να συνυπάρξουν.
 
Βλέπουμε ωστόσο τις ακραίες φωνές και τον λαϊκισμό να κερδίζουν έδαφος και να διεισδύουν στις κοινωνίες. Υπάρχει αντίδοτο σ’ αυτό; Είναι ένα φαινόμενο που επίσης αντιμετωπίζεται με την παιδεία και τον πολιτισμό, για να μπορέσουμε να οπλίσουμε τους λαούς με συνείδηση και ενσυναίσθηση. Όταν οι άνθρωποι γνωρίσουν κάτι παύουν να το φοβούνται ή να το θεωρούν απειλητικό. Έτσι δεν βρίσκουν γόνιμο έδαφος οι φωνές που καλλιεργούν τον φόβο και τη μισαλλοδοξία. Όλοι οι εποπτευόμενοι φορείς του Υπουργείου Πολιτισμού, στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, καλλιεργούν αυτό το πνεύμα και δουλεύουν με τους πρόσφυγες, τους εντάσσουν στα δρώμενά τους.
 
Πώς θα περιγράφατε το όραμά σας αν είχατε στη διάθεσή σας ένα ιδανικό μοντέλο πολιτιστικής διαχείρισης; Ονειρευόμαστε μια Ευρώπη χωρίς σύνορα, όπου οι καλλιτέχνες θα μπορούν να ταξιδεύουν από μια χώρα στην άλλη δημιουργώντας και συνεργώντας. Αυτή η κινητικότητα υπήρχε ήδη, είναι η χώρα μας που είχε μείνει πίσω παρατημένη στην εσωστρέφεια. Παρόλο που βρισκόμαστε ακόμη δύσκολη οικονομικά περίοδο, κάνουμε κινήσεις να βοηθήσουμε τους καλλιτέχνες να επικοινωνήσουν. Θέλουμε βήμα- βήμα να χτίσουμε καλές σχέσεις με τους γείτονές μας, ν’ ανοίξουμε έναν κύκλο, να τον διευρύνουμε. Η γλώσσα δεν είναι πια εμπόδιο. Υπάρχουν πολλές δυνατότητες, ο απλός κόσμος είναι έτοιμος να σπάσει τα σύνορα και να συνομιλήσει. Εμείς πρέπει να πάρουμε πρωτοβουλίες.