«Νυφικό Κρεβάτι» του Γιαν ντε Χάρτογκ σε σκηνοθεσία Χρήστου Δήμα.
Δέκα γεμάτες παραστάσεις σε αχανείς αντιθεατρικούς χώρους για ένα ολιγοπρόσωπο έργο, που θεωρείται ξεπερασμένο εδώ και δεκαετίες, το λες και θαύμα του καλλιτεχνικού μάρκετινγκ. Το «Νυφικό Κρεβάτι» ήταν ένα εμπορικό πυροτέχνημα στη θεατρική μας πραγματικότητα, που όμως ούτε δρόμους άνοιξε, ούτε διατάραξε τις ράθυμες ισορροπίες της. Στο δέντρο του κυπριακού θεάτρου θα συνεχίσουν να φωλιάζουν πολλών ειδών και μεγεθών πουλιά. Δεν ήρθε κάποιο «γεράκι» να τα τρομάξει, ούτε είναι έγκλημα και προσβολή προς τους πεφωτισμένους επαΐοντες του «ποιοτικού θεάτρου» το να καταφέρει μια παραγωγή να επιπλεύσει οικονομικά χωρίς επιχορήγηση.
Πολλές φορές η αύρα της εμπορικότητας, όχι απαραίτητα με την αρνητική έννοια, κατακάθεται πάνω σε μια παράσταση πολύ πριν έρθει σε επαφή με το κοινό και διεισδύει στα κύτταρά της, αλλάζει τη «χημική» της σύσταση. Σε κάθε περίπτωση, το κοινό είναι αυτό που στο τέλος δίνει τον ρυθμό. Και εν προκειμένω μιλάμε για ένα κοινό διαφόρων αποχρώσεων, από φανατικούς θεατρόφιλους μέχρι περίεργους πρωτομυημένους.
Κάπου εδώ κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι η εμπορικότητα δεν αποκλείει την ποιότητα και θα συμφωνήσω χλιαρά. Όπως και να ‘χει, θεωρώ το έργο κατηγορίας ελαφρών βαρών και κατατάσσω στα μυστήρια της παγκόσμιας παραστασιογραφίας το γεγονός ότι θεωρείται κλασικό κι έχει βραβευτεί με Τόνι, πίσω στα 1952 ανάμεσα στον Τένεσι Ουίλιαμς (1951) και τον Άρθουρ Μίλερ (1953).
Μπορώ να καταλάβω τον λόγο που η απλή του σύλληψη, η γραμμική του εξέλιξη, η μικρή διανομή, αλλά και η σκηνική ευκολία με την τοποθέτηση ενός κρεβατιού στο μέσο της σκηνής, το καθιστούν δημοφιλές σε επαγγελματικές ή ερασιτεχνικές ομάδες. Ο πρωτότυπος τίτλος «The Fourposter», αναφέρεται στο κλασικό κρεβάτι με τον ουρανό και τους τέσσερις στύλους, που συμβολίζουν την… ευλογημένη οικογενειακή σταθερότητα. Χρονικά καλύπτει την περίοδο 1890-1925, με το ζεύγος των βικτωριανών να λογίζεται προοδευτικό για την εποχή, λιγότερο για την εποχή που γράφτηκε κι εκτός κλίματος εν έτει 2018. Αναπόφευκτος ήταν λοιπόν ο εκσυγχρονισμός με το πλήρες θόλωμα του χρονικού πλαισίου και την αξιοποίηση της εντυπωσιακά φρέσκιας, παρά τα χρόνια της, μετάφρασης του Μάριου Πλωρίτη.
Ο γάμος ή και η μακρόχρονη συμβίωση αναπόφευκτα εξελίσσεται σε ένα γαϊτανάκι οξειδωτικών ματαιώσεων, που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στην καθημερινή ρουτίνα. Οι άνθρωποι ίσως να μην παντρεύονταν ποτέ αν η βιομηχανία του γάμου δεν έκανε τόσο επιθετική αγοραλόγηση σ’ όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης κοινωνίας. Ο ντε Χάρτογκ ηθικολογεί παρουσιάζοντας τη συζυγική ζωή ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία ενός ανθεκτικού συμβιβασμού.
Η σκαμπρόζικη σκηνοθεσία δεν φλερτάρει απλώς τον θεατή. Του τα ρίχνει στα ίσια. Ενδεχομένως αυτός να είναι ο μόνος δρόμος να πλασάρεις ένα έργο που κολλάει από τη γλυκερότητα και το πιο συνταρακτικό που συμβαίνει στην πλοκή είναι ότι… δεν συμβαίνει τίποτα το συνταρακτικό. Κάτι πάει να ψελλίσει ο συγγραφέας σε σχέση με τη φθορά των σχέσεων και τη γυναικεία χειραφέτηση, αλλά το αφήνει στη μέση. Δεν μιλάμε άλλωστε για θέατρο ιδεών και μηνυμάτων, αλλά έντιμα στοχευμένης διασκέδασης. Δεν είμαι σίγουρος ότι τα βίντεο ιντερλούδια με συνεντεύξεις μπαρουτοκαπνισμένων βετεράνων του έγγαμου βίου ήταν απαραίτητο συστατικό για την υπεράσπιση της σκηνοθετικής γραμμής.
Ενώ θεωρητικά το ζευγάρι ωριμάζει και αλλάζει, ο κόσμος θαρρείς ότι παραμένει απαράλλαχτος. Λευτέρης Ζαμπετάκης και Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους έχουν οικειότητα μεταξύ τους, η οποία όμως θα έπρεπε να φαίνεται κλιμακούμενη επεισόδιο με επεισόδιο. Κατά διαστήματα μοιάζουν σαν να κάνουν έναν υγιεινό περίπατο μεταξύ κρίσεων και συμφιλιώσεων χωρίς να εμβαθύνουν στο ελάχιστο στους ούτως ή άλλως ρηχούς χαρακτήρες.
Ο τρόπος με τον οποίο έστησε ο Λάκης Γενεθλής το σκηνικό, το κάνει να μοιάζει περισσότερο με σουίτα ξενοδοχείου, παρά με μεσοαστική κρεβατοκάμαρα. Αυτό, βέβαια, προσδίδει μια αίσθηση παροδικότητας που δεν είμαι σίγουρος ότι ήταν μέρος της κεντρικής ιδέας, όμως είναι ίσως το μόνο στοιχείο που προσφέρει μια ποιητική νότα στην παράσταση.