Μιχάλης Παπαδόπουλος – Παναγιώτης Νικολαΐδης: «Μια στο λευκό και μια στο μαύρο», εκδόσεις Θράκα, 2017.

Το εγχείρημα της συλλογικής, ή για την ακρίβεια της διπλής, δυαδικής ποιητικής συγγραφής είναι από μόνο του διαχρονικά, ριψοκίνδυνο αλλά γενναιόδωρο, μονίμως πειραματικό αλλά και ανανεωτικό. Το εγχείρημα προϋποθέτει συνάφεια, αισθητική, στιλιστική, υφολογική και ασφαλώς θεματική. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα δυαδικής ποιητικής γραφής στον τόπο μας νομίζω πως είναι η κοινή συλλογή “Marginalia”, που συνέγραψαν οι ποιήτριες Ελένη Τουμαζή Ρεμπελίνα και Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου, η οποία και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αφή» το 2016. Παρουσιάστηκε μάλιστα από τη στήλη αυτή στις 12 Δεκεμβρίου 2016.

Το ίδιο εγχείρημα επαναλαμβάνουν οι ποιητές Μιχάλης Παπαδόπουλος και Παναγιώτης Νικολαΐδης, με το βιβλίο τους «Μια στο λευκό και μια στο μαύρο», που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2017 από τις εκδόσεις «Θράκα. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε πιο ευσύνοπτες, πιο παιγνιώδεις και πιο μοντερνίστικες προσεγγίσεις απ’ ότι συναντάμε στις δυο προηγηθείσες ποιήτριες, αλλά λιγότερο αναλυτικές. Οι δυο ποιητές ανταλλάζουν ολιγόλογα – ολιγόστιχα μηνύματα μεταξύ τους, τα οποία στο τέλος συνέθεσαν το βιβλίο που παρουσιάζουμε.

Τα ευσύνοπτα δημιουργήματα των Μ.Π. και Π.Ν. προσμοιάζουν υφολογικά με τη γραφή χαϊκού, χωρίς κατ’ ανάγκην να υιοθετούν τους μετρικούς της κανόνες. Οι δύο ποιητές πειραματίζονται με το στοιχείο της έκπληξης και του απρόσμενου, τόσο νοηματικά, όσο και αισθητικά. Στις πλείστες των περιπτώσεων οι μοχλοί που μετέρχονται είναι οι λέξεις. Άλλοτε πάλι, αυτοί οι μοχλοί είναι οι εικόνες. 

Το πρώτο θεματικό μοτίβο των Μ.Π. και Π.Ν. είναι η ίδια η ποίηση. Έτσι λοιπόν τον μεγαλύτερο όγκο στο βιβλίο καταλαμβάνουν τα ποιήματα ποιητικής. Ακολουθούν σε δεύτερο πλάνο τα ποιήματα των υπαρξιακών αναζητήσεων. Ενώ, το κύριο δέλεαρ αμφοτέρων για τον αναγνώστη, πιστεύω πως είναι η παιγνιώδης διάθεση τους.

Από την αρχή του βιβλίου οι δύο ποιητές διακηρύττουν τις προθέσεις τους: «Γραφούμε ποιήματα / ανάλογα / με τη βροχή και τον άνεμο / σε ανάμνηση της μέθης / των  αφανισμένων». (σελ. 14) Γι’ αυτό πάντα, για την ποιητική πραγμάτωση προϋποτίθεται μια συντριβή, αλλά και μια προσδοκώμενη ανάταση: «Πάντα υπάρχει ένα ποίημα ένα ποτάμι ένα πουλί / Κάθε νύχτα το πουλί ξεδιψά στο ποτάμι / κι ύστερα κρύβεται βαθιά μέσα στο ποίημα / Κάθε πρωί ξυπνά στο γαλάζιο». (σελ. 15)

Σχεδόν κάθε στίχος στο βιβλίο έχει χαρακτήρα μανιφέστου περί ποιητικής: «Γράφουμε / για να μην πενθήσουμε άλλες / λέξεις». (σελ. 16) Όπως προανέφερα, η δυαδική αυτή συλλογή πραγματεύεται κυρίως τις λέξεις, ύστερα τις εικόνες κι ακόμα πιο ύστερα τα νοήματα.

Εξάλλου γι’ αυτό, από το βιβλίο δεν λείπουν και τα ομοιοκατάληκτα παιχνιδίσματα: «Δεν είμαστε ποιητές του Κέντρου / Είμαστε φυλλωσιές / του πυρπολημένου δέντρου». (σελ. 19) Βέβαια, τα πλείστα ποιήματα στη συλλογή είναι ομόκεντρα. Έστω κι αν οι δυο ποιητές διακηρύττουν: «Να σου το πω κι αλλιώς / Το ποίημα / κρύβεται σε ρεματιές / κερματισμένες / του άστεως / Όχι στο κέντρο». (σελ. 20)

Ωστόσο, υπάρχουν στιγμές στο βιβλίο όπου η εικόνα, με τη σαγήνη της, υπερισχύει της λέξης και της ευρηματικότητας που αυτή εμπερικλείει: «Υπαίθριο μάθημα ζωγραφικής / Τοπίο παραδομένο σε άτσαλους / καταληψίες της ωραιότητας». (σελ. 22)

Οι δύο ποιητές αρέσκονται και στα οξύμωρα σχήματα επιτυγχάνοντας έτσι την ποιητική έκπληξη, την απρόσμενη εξέλιξη, την αντινομία ή ακόμη και την ανατροπή: «Άεργος / Πλήρους / απασχολήσεως / στο / Κενό». (σελ. 26)

Ομοίως συμβαίνει και στο ποίημα που ακολουθεί. Μόνο που εδώ επιστρατεύεται και η αντιφατικότητα, προκειμένου να επιτευχθεί ο αναγνωστικός δελεασμός: «Γένος χαμερπέστατον / Ανήκει όμως στην ορθοστασία / της Πτώσης / ανωθρώσκων στα έγκατα». (σελ. 38)

Η ευρηματικότητα, η φαντασία και η εκφραστική δεινότητα των Μ.Π. και Π.Ν. είναι ανεξάντλητες. Κράτησα ακόμη έναν ευφάνταστο και συνάμα δυναμικό ορισμό της ποίησης, που χαρακτηρίζεται ως «κωπηλασία αισθήσεων καλοκαιρινών / στις ρίμες του Χειμώνα». (σελ. 40)

Η ποίηση όμως είναι και ενδοσκόπηση. Εσωτερική θέαση των πραγμάτων και κυρίως των συναισθημάτων. Να ένα δείγμα τέτοιας εσωτερικότητας: «Εν τέλει, ενέδωσε / στη λάμψη της γύμνιας της / η ψυχή / Σαν ένα δέντρο που ονειρεύτηκε / να γίνει καράβι». (σελ. 55)

Και στο «εξόδιο» του βιβλίου οι δυο ποιητές σημειώνουν: «Ένα στίχο εσύ / Ένα στίχο εγώ / Πόση σιωπή μαζεύτηκε!». (σελ. 68) Η συλλογική, η δυαδική γραφή προϋποθέτει μεγάλη συνάφεια, συναναστροφή, επικοινωνία. Αυτές οι προϋποθέσεις γεννούν και κοινούς ποιητικούς κώδικες, κοινά στιλιστικά και υφολογικά εφόδια. Κι αυτό είναι κάτι που πιστεύω πως πέτυχαν οι δυο ποιητές.
 
 g.frangos@cytanet.com.cy