«Ο χρυσός και ο τενεκές» των Νίκου Τσιφόρου και Πολύβιου Βασιλειάδη από την Point To Contemporary Theatre.
Το καλοκαίρι δεν αρχίζει πια αν δεν έχεις παρακολουθήσει μια υπαίθρια θεατρική παράσταση βασισμένη σε έργο του κλασικού εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου. Άλλοι μιλούν για μια εύκολη λύση, άλλη για δοκιμασμένη, άλλοι για την ισχυρή ζήτηση που δημιουργεί την προσφορά. Το σίγουρο είναι ότι με τη φθίνουσα –μάλλον μη αναστρέψιμη- πορεία που έχει πάρει η παραδοσιακή τηλεόραση ως μέσο και την άνοδο της έξυπνης τηλεόρασης και των διεθνών πλατφόρμων ζωντανής ροής, περισσότερο πλέον βλέπουμε και μαθαίνουμε τα έργα εκείνης της εποχής στο σανίδι παρά στην οθόνη.
Μια τέτοια περίπτωση είναι η παράσταση με το έργο των Νίκου Τσιφόρου και Πολύβιου Βασιλειάδη «Ο Χρυσός κι ο Τενεκές», με το οποίο δοκιμάζει τις δυνάμεις της στο συγκεκριμένο είδος η θεατρική ομάδα Point To Contemporary Theatre. Οι λόγοι που ενδεχομένως ώθησαν την ομάδα στην επιλογή αυτή ίσως να μην είναι εντελώς «αγνοί», δεδομένου ότι μας είχαν συνηθίσει σε εκ διαμέτρου διαφορετικό ρεπερτόριο. Προφανώς η προοπτική των εισιτηρίων και μιας ευρείας καλοκαιρινής περιοδείας στην ύπαιθρο, για να γράψουν και κάμποσα «χιλιόμετρα» στο κοντέρ των σχετικών κριτηρίων του Σχεδίου Θυμέλη, κατέστησε αναγκαία τη συγκεκριμένη στροφή.
Η ομάδα αυτή έχει μια ερασιτεχνική αύρα, με τη θετική πάντα έννοια. Αποτελείται από αυθεντικούς εραστές του θεάτρου, υποκινείται από την ακατανίκητη ανάγκη της δημιουργίας και της καλλιτεχνικής επιβίωσης. Η αύρα του χειροποίητου εμπότισε αναπόφευκτα και την εν λόγω καλοκαιρινή πρόταση, που πριν βάλει πλώρη για την κυπριακή ύπαιθρο πρωτοπαρουσιάστηκε στον ειδικά και για πρώτη φορά διαμορφωμένο χώρο της αυλής του Wherehaus. Σας έχει τύχει ποτέ να εισπράξετε το καλό κλίμα μιας παράστασης και να νιώσετε τη θετική προδιάθεση πολύ πριν αρχίσει; Νομίζω ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει βλέποντας τις χαριτωμένες και γεμάτες μεράκι προσπάθειες να κινήσουν γη και ουρανό για να ευχαριστήσουν τον θεατή. Είναι ωραίο συναίσθημα κάποιος να μη σε θεωρεί δεδομένο. Δεν νομίζω ότι μέσα σε αυτό το κλίμα μπορεί κάποιος να είναι αυστηρός με το αποτέλεσμα.
Θυμίζω ότι στην εποχή τους οι ταινίες αυτές θεωρούνταν, ακόμη κι από τους ίδιους τους δημιουργούς τους, προϊόντα λαϊκής κατανάλωσης. Πέρασαν κάποιες δεκαετίες μέχρι οι ατάκες, ο ρυθμός, το σύμπαν τους γίνουν μέρος της καθημερινότητάς μας. Τσιφόρος και Βασιλειάδης κατά κάποιον τρόπο παρωδούν και αντιστρέφουν τη «Στέλλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου, προσδίδοντας μια πιο μπριόζικη εξέλιξη κι ένα απλουστευτικά και χαρακτηριστικά ευτυχισμένο τέλος, όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις τυπικές ηθογραφίες. Σε αντίθεση με το θέατρο στην εποχή του Ξενόπουλου, που απευθυνόταν κυρίως στην αστική τάξη, οι κωμωδίες αυτές απευθύνονταν στο πλατύ μικροαστικό κοινό που πάντα αισθανόταν μέσα στην αφέλειά του ότι έχει το ηθικό πλεονέκτημα σε σχέση με την πλουτοκρατία, διατηρώντας όμως πάντα άσβεστη την ελπίδα να αλλάξει τάξη. Προς τα πάνω, εννοείται. Κι είναι αξιοσημείωτο φυσικά ότι αυτή η συνθήκη βρίσκει τεράστιο έρεισμα στην εποχή μας, παρά το γεγονός ότι δεν αποτινάσσει από πάνω της τη σκόνη του παλιού και νοσταλγικού.
Το παρεΐστικο κλίμα και η ανακούφιση από το άχθος του σοβαρού και απαιτητικού εγχειρήματος ήταν ένα βασικό στοιχείο στην εξίσωση. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι συντελεστές αντιμετώπισαν ελαφρά κι επιπόλαια το όλο πρότζεκτ. Το μικρό, απλό, «σπιτικό» και… αναδιπλούμενο σκηνικό όρισε τον ρυθμό της παράστασης που πάτησε με σεβασμό στο κείμενο, με μικρές ανεπαίσθητες παρεμβάσεις. Ενδεχομένως μερικές ερμηνείες να ήταν άνισες, όμως το υποκριτικό βάρος της παράστασης σήκωσε με μια αξιομνημόνευτη ερμηνευτική εργασία ο Ιάκωβος Ιακώβου, στο ρόλο του δεσποτικού πάτερ φαμίλια που μετρά τα πάντα με το χρήμα. Χωρίς να μιμείται τον -αμίμητο- Μίμη Φωτόπουλο, κεντά ψιλοβελονιά τον ρόλο με μια ιδιόχρωμη, φωνοκεντρική, αλλά και εκφραστική ταυτόχρονα ερμηνεία που ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στην εγκράτεια και την υπερβολή.