Το «Παγκόσμιον Άσμα» του Χριστόδουλου Γαλατόπουλου από το ΘΕΠΑΚ. 

Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου δεν είναι Υπουργείο Θεάτρου. Ή τουλάχιστον δεν είναι ΠΙΑ. Είναι ένα κλασικό κρατικό θέατρο επωμισμένο με επιπλέον ευθύνες κατανομής των επιχορηγήσεων του ελεύθερου θεάτρου, αλλά και με μερικά ενδιαφέροντα προγράμματα θεατρικής ανάπτυξης. Εκείνος ο ιστορικός του ρόλος άρχισε μάλλον να φθίνει από την πρώτη δεκαετία κιόλας. Αν στα καθήκοντα του οργανισμού ήταν και η άσκηση σοβαρής «θεατρικής πολιτικής» δεν θα «έβγαζαν μάτι» κάποια τεράστια κενά στην κάλυψη περιοχών που αφορούν κείμενα- θησαυρούς της κυπριακής –και όχι μόνο- γραμματείας (μεσαιωνικής, αναγεννησιακής, νεότερης) και στη σύγχρονη πρόσληψή τους.

Το κενό αυτό καλύπτει εδώ και πάνω από 20 χρόνια το Θεατρικό Εργαστήρι του Πανεπιστημίου Κύπρου που είχε κάνει την αρχή με την «Εξήγησι της γλυκείας Χώρας Κύπρου» του Λεόντιου Μαχαιρά κι έφτασε να προτείνει τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη στη λαμπρή, αξεπέραστη μετάφραση του Κώστα Μόντη. Συνιστά τη μεγαλύτερη ιστορική παράλειψη από πλευράς ΘΟΚ το γεγονός ότι δεν έχει ποτέ ασχοληθεί με το συγκεκριμένο κείμενο, ειδικά όταν το πράγμα «φώναζε» το 2014 κατά το χλιαρό «Έτος Μνήμης Κώστα Μόντη».

Το ΘΕΠΑΚ λοιπόν, που δεν ξεχνά ποτέ ότι είναι ένας ρομαντικός ερασιτεχνικός θίασος από φοιτητές και αποφοίτους του Πανεπιστημίου Κύπρου, λειτουργεί θαρρείς μόνο και μόνο για να μπαίνει στο μάτι του ΘΟΚ και να του τονίζει τις παραλείψεις του. Τελευταίο του επίτευγμα –κι ίσως ένα από τα σημαντικότερα- είναι η ανάδειξη του «Παγκόσμιου Άσματος» (ή Ecce Luminae) του Χριστόδουλου Γαλατόπουλου, ενός έργου που παραδόξως έμεινε ανέκδοτο για πάνω από επτά δεκαετίες και πέντε από τον πρόωρο θάνατο του σπουδαίου λόγιου, πολιτευτή και πρώην δημάρχου Πάφου, το 1953. Ο Γαλατόπουλος ήταν εξ αγχιστείας θείος του Μιχάλη Κακογιάννη, αφού είχε παντρευτεί την αδερφή του πατέρα του σκηνοθέτη. Και λέγεται ότι λίγους μήνες πριν πεθάνει πρόλαβε να επηρεάσει μ’ έναν αιχμηρό αντιαποικιοκρατικό λόγο στις διαδηλώσεις που ακολούθησαν τα βρετανικά πανηγύρια για τη στέψη της Ελισάβετ, τον τρυφερό έφηβο Ευαγόρα Παλληκαρίδη.

Αυτά όμως έχουν ιστορική σημασία. Λογοτεχνική και εν προκειμένω θεατρική αξία έχει το γεγονός ότι το ΘΕΠΑΚ πήρε τη μεγάλη απόφαση ν’ αναδείξει περαιτέρω ένα κείμενο που ολοκληρώθηκε στη φυλακή, σφυρηλατημένο από τον παλμεροκρατικό ζυγό. Να αντλήσει από την ικανή ποσότητα δραματουργικής ύλης του κειμένου και υπό την επιμελητική καθοδήγηση του καθηγητή Μιχάλη Πιερή να αναζητήσει ανάμεσα στους 10.985 ανομοιοκατάληκτους στίχους αυτού του νεότερου κυπριακού έπους τη συμπυκνωμένη ερευνητική ατραπό προς το σανίδι.

Η πρόθεση του ποιητή να επαναδιαπραγματευτεί τον μύθο του Προμηθέα με ορθάνοιχτους ορίζοντες και με επιρροές από την παγκόσμια μυθολογία και λογοτεχνία και να την εντάξει στο κυπριακό δράμα της εποχής του –π.χ. ο ανατριχιαστικός παραλληλισμός του κυνικού και βάναυσου Δία με την αποικιοκρατική κυβέρνηση- είναι σαφής στην πρόταση του ΘΕΠΑΚ. Και δικαιολογεί τον πόθο των εμπλεκομένων να δραματοποιήσουν αυτό το σπουδαίο έργο, αρχικά στο πλαίσιο του Πάφος 2017 και στη συνέχεια καθιερώνοντάς το στο δημιουργικό σύμπαν των παραστάσεων του Εργαστηρίου.

Ο Μιχάλης Πιερής πιστεύει ότι το έργο και συνεπώς η παράσταση αλλάζει την υφιστάμενη εικόνα για την προσφορά της Κύπρου στην ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνία, όντας η πιο γόνιμη και φιλόδοξη ποιητική δημιουργία του είδους της και δυνητικά ισότιμη με αντίστοιχα έργα του Σικελιανού και του Καζαντζάκη. Εννοείται ότι περιπτώσεις τέτοιων κειμένων και η πρόσληψή τους είναι η χαρά της ακαδημαϊκής έρευνας. Όμως, χωρίς διόλου να υποτιμώ την ασκητική προσήλωση και το πάθος των ερασιτεχνών ηθοποιών, εκτιμώ ότι επιβάλλεται να διδαχθεί και ν’ αναδειχτεί στο πλαίσιο ενός φιλόδοξου, πλήρως επαγγελματικού θεατρικού πρότζεκτ.

Η εναρμονισμένη με τις προθέσεις του σκηνοθέτη υποβλητική μουσική πρόταση του Χρήστου Πήττα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ακόμη περισσότερο σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο. Ενώ θα δινόταν μεγαλύτερη καλλιτεχνική ελευθερία στον Χρίστο Λυσιώτη να συνθέσει την εικαστική του πρόταση.