Φικρέτ Ντεμιράγ: «Ρίζες και χώματα», εκδόσεις Ετεροτοπία, 2017.
Οι στίχοι του Τ/κ ποιητή Φικρέτ Ντεμιράγ που έχουν κυπρολογικό χαρακτήρα και κυπροκεντρική υφή είναι ιδιαίτερα προσεγμένοι, τόσο αισθητικά, όσο και νοηματικά. Ενώ η υπερβατική διάθεση και η συνολική του ματιά είναι πρόδηλες και διάχυτες παντού: «Τα στάχια μας εδώ μεστώσανε, / εδώ αυγατέψανε οι σπόροι μας μιγάδες! / Cypri! Πρώτα στο χώμα σου χώθηκε ο κόκκος μας, / εδώ μας κλάδεψαν, μας μπόλιασαν με υμνωδίες της γης σου / στο σταφύλι, στον έρωτα, στην ελιά και στην ποίηση!» (σελ. 19) Και μάλλον εσκεμμένα επιμένει ο ποιητής στη ρωμαϊκή ονομασία της Κύπρου, απαλλάσσοντας έτσι τον τόπο από τον όποιο εθνοτικό αλυτρωτισμό και την όποια κοινοτική διάκριση.
Μάλλον από το ίδιο ελατήριο κινούμενος, ξεκινά και το εισαγωγικό ποίημα με αναφορά στους Λουζινιάν, και πάλι μακριά από κοινότητες και δικοινοτισμούς: «Μια μέρα πίκρας έκατσα και σκέφτηκα / πάνω σε μια των Λουζινιάν άγλωσση πέτρα». (σελ. 23)
Οι εικόνες του Φ. Ντ., τα χρώματα, τ’ αρώματα και το φως που διαχέεται σ’ αυτές θυμίζουν έντονα ανάλογη αισθητική γεύση από την «Κυπριακή συμφωνία» του Θεοδόση Πιερίδη. Οι δυο ποιητές, πέρα και από την ηλικιακή διαφορά, μάλλον δεν συναντήθηκαν ποτέ. Ίσως και να μην διάβασαν ποτέ ο ένας στίχους του άλλου. Όμως «συναντήθηκαν» και «συνομίλησαν» συναμεταξύ τους οι στίχοι τους. Και είναι αυτό ένα από τα πολλά θαύματα που μόνο η ποίηση μπορεί να συντελέσει: «Ω, χώρα μου εσύ! Νησί αρχαίων μύθων, λειψάνων πόνων και ναυαγίων! / Χώρα του σταφυλιού, του χαρουπιού, της ελιάς και του πορτοκαλιού! / Ποιμένων της μυθολογίας και ειδώλων πατρίδα του σιταριού και του χαλκού!» (σελ. 25)
Ο Φ. Ντ. μιλά ακόμα για την πατρίδα των αντιφάσεων και των αντιθέσεων, των λογής – λογής παραδοξοτήτων, για τη γη της διαρκούς ιλαροτραγωδίας. Με τόνο δοξαστικό, υμνητικό, σκωπτικό και αναβλύζοντα αγάπη, ο ποιητής υμνεί την Κύπρο μας: «Χώρα της σπάνιας αφθονίας, των μακροχρόνιων ελλείψεων, της ερμαφρόδιτης παρθενιάς, της καθαρής λεβεντιάς και της κάθε λογής μαστροπείας και πουτανιάς!» (σελ. 27)

Η εικονοποιία του Φ. Ντ. είναι απαράμιλλης ομορφιάς και απροσμέτρητης κυπριοσύνης. Είναι ολόφωτη, αληθινή, ατόφια και ειλικρινής. Οι εικόνες του είναι τόσο οικείες, τόσο γνώριμες, τόσο δικές μας: «Ποιος έκοψε απ’ το κλαδί το πρώτο μελωμένο σύκο, / ποιος μάζεψε την πρώτη ελιά από το ιερό δέντρο της, / ποιος μάλαξε τον πηλό του πρώτου αγγείου, κι έριξε / πάνω του το χρώμα του ήλιου της Μεσογείου και της αγάπης…». (σελ. 37)
Και ο διακειμενικός διάλογος με τον Θεοδόση Πιερίδη είναι διάσπαρτος παντού: «Θα ‘ρθει μια μέρα που κανένα σμήνος ακρίδων δεν θα μπορεί την σοδειά της ψυχής μας ν’ αφανίσει!» (σελ. 39) Ή όπως το λέει ο Πιερίδης: «Γιατί εσείς είστε ξένοι κι όσα βάγια αν κρατάτε / τούτη η γη δεν πουλιέται δεν της γίνεστε φίλοι».
Ο Φ. Ντ. μιλά για τους κατακτητές του νησιού μας στην αρχαιότητα, μα έχει το βλέμμα και το νου στραμμένα στους σύγχρονους κατακτητές της πατρίδας μας. Και δεν διστάζει, με ευθύτητα, να διατρανώσει την αισιόδοξη βεβαιότητά του: «Απ’ τους αρχιδιαγουμιστές εκείνους έμεινε τίποτα, / απ’ τους αρχιδιαγουμιστές αυτούς αύριο τι θα μείνει;» (σελ. 47)
Η ποίηση του Φ. Ντ. είναι διάχυτη από στίχους πατριδογνωσίας, στίχους πατριδολατρείας, νατουραλιστικούς, λιτούς και άμεσους. Στίχους πόρρω απέχοντες από εθνικισμούς, αλυτρωτισμούς και διάφορους άλλους στενόκαρδους και στενόμυαλους ισμούς: «…πατρίδα μου είναι / εκεί που πέταξα φύλλα κι ανθούς, εκεί που γέμισα καρπούς!» (σελ.75)
Από την ποιητική του Φ Ντ. δεν λείπει βέβαια η κριτική θεώρηση των ιστορικών δρωμένων, των ιστορικών πραγμάτων. Εδώ ψέγεται η υποτίμηση της πατρίδας μας από τη βρετανική αποικιοκρατία: «Επειδή βγήκε απ’ τον ‘χαλκό’, χώρα μου, τ’ ‘όνομά σου έκοψε μπακίρα ο Εγγλέζος · ‘τόση’ ήταν η αξία σου;» (σελ. 79)
Παρότι ένθερμος θιασώτης της συνύπαρξης, ο Φ. Ντ. δεν εξιδανικεύει, ούτε παρουσιάζει με ειδυλλιακά χρώματα τις δικοινοτικές σχέσεις. Ούτε και αγιοποιεί κανένα: «Αλλάζουν οι καιροί, αλλάζουν οι άνθρωποι, γίναν’ οι αξίες ένας ‘κάλπικος παράς’ / φυτέψανε προσεκτικά της δυσπιστίας τους σπόρους και βλάστησαν / στην ώρα τους · μίση κυριάρχησαν πια αιματηρά». (σελ. 91)
Αλλά ιδιαίτερα για την τραγωδία του ’74 οι στίχοι του Φ. Ντ. διακρίνονται για τον βαθύ πόνο, τη μεγάλη θλίψη και την απέραντη συντριβή που κρύβουν μέσα τους: «Κείνο το Ματωμένο Καλοκαίρι / πέταξε μια τρασιήλα από μέσα μου / κλαίει ακόμα μέσα μου η ‘αδειανή της θέση’ …» (σελ.101) Στην ίδια θεματική ο ποιητής θρηνεί για τον πόνο της μάνας που έχασε παιδί στον πόλεμο. Και ο θρήνος του είναι το ίδιο σπαραχτικός, σε όποια εθνικότητα, σε όποια κοινότητα κι αν ανήκει αυτή η μάνα.
Σε ένα ποίημα που θα χαρακτήριζα εγχείρημα συνομιλίας με άγνωστο Ε/κ φίλο ο Φ. Ντ. καταγράφει κοινές συνιστάμενες, κοινά συναισθήματα, στόχους, πόνους, έγνοιες, σκέψεις, και ασφαλώς κοινά οράματα: «Μόλις δω χελιδόνι να πετάει απ’ τη μεριά σας προς εμάς, / σκέφτομαι αμέσως: πέρασε κι από πάνω σου; Πες μου, μιλάς / ποτέ μαζί μου κοιτάζοντας τις νύχτες το σκοτάδι;» (σελ. 149)
Ο Φ. Ντ. κατάφερε να συμπυκνώσει την πεμπτουσία του Κυπριακού μέσα σε τρεις στίχους. Σε τρεις στίχους που συνάμα εμπερικλείουν την υπέρβαση και την συγχώρεση, την ελπίδα για το αύριο που μας περιμένει. Φτάνει να το διεκδικήσουμε, με ζήλο, αυταπάρνηση, ακλόνητη βούληση, αφοσίωση και σθένος. Παραθέτω τους εμβληματικούς αυτούς στίχους: «Γιατί να γιν’ η συμφορά του ενός του άλλου η νίκη / κι ο πόνος του ενός του άλλου η χαρά · / θηράματα ήμασταν εμείς, άλλοι οι κυνηγοί, νά που το καταλάβαμε επιτέλους!» (σελ. 159)