«Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ σε σκηνοθεσία Κώστα Σιλβέστρου στην ΕΘΑΛ.
Κάθε κριτικό σημείωμα σε σχέση με τη θέαση μιας κωμωδίας που δεν διακατέχεται και το ίδιο από χιούμορ και χαρακτηρίζεται μόνο από ακαδημαϊσμούς, χειρουργική προσέγγιση και δυσκοίλιο ύφος θεωρώ ότι αδικεί την παράσταση και την ίδια τη φύση της κωμωδίας. Δυσκολεύομαι κάπως να βρω τις λέξεις γι’ αυτό το κείμενο κι αυτό γιατί ο ειρμός μου διακόπτεται συνεχώς από τα γέλια. Μάλιστα. Κάθομαι μπροστά από μια οθόνη και γελάω ενθυμούμενος σκηνές, ατάκες και συναισθήματα από μια παράσταση κι ευτυχώς που δεν με βλέπει κανείς γιατί πραγματικά θα ανησυχούσε. «Πάει, σάλεψε αυτός» θα έλεγε.
Κώστα Σιλβέστρο και Φτωχολογιά, δεν είναι πια αστείο. Βασικά, είναι πολύ αστείο, αλλά δεν μπορείς παρά να πάρεις πολύ σοβαρά μια επαναλαμβανόμενη σύμπτωση. Που άρα δεν είναι σύμπτωση. Αναφέρω τη Φτωχολογιά επειδή μιλάμε για την ίδια σχεδόν καλλιτεχνική ομάδα -και με την ίδια ορμή- που μας είχε δώσει πριν από δύο χρόνια τον πολυσυζητημένο Πλούτο. Δεν παραβλέπω τη σκέπη της ΕΘΑΛ που φιλοξένησε με θέρμη και ελευθερία το καλλιτεχνικό όραμα του Σιλβέστρου και των συνοδοιπόρων του, προσφέροντας το πλαίσιο, το οικονομικό στήριγμα στους συντελεστές και την ευκαιρία σε όλους εμάς να διαπιστώσουμε ότι οι δοκιμασμένες συνταγές δεν δίνουν πάντα την αίσθηση της κούρασης και την υφή του ξαναζεσταμένου φαγητού. Ειδικά όταν τις χρησιμοποιούν αυτοί οι ίδιοι που έβαλαν το κεφάλι τους στον τορβά και πήραν ένα καλλιτεχνικό ρίσκο καριέρας για να τις προτείνουν.
Για να είμαστε ακριβείς, η συνταγή έχει να κάνει περισσότερο με τα πρόσωπα παρά με τα μέσα. Δεν ανακαλύπτει κανείς τον τροχό ή την ταχινόπιττα όταν κάνει τα αυτονόητα στο θέατρο: ευρηματικότητα, ταλέντο, ομαδικό πνεύμα, στοχοπροσήλωση, λατρεία για το αντικείμενο. Σημασία, όμως, εκτός από τα συστατικά έχει και η δοσολογία, η διαμόρφωση των συνθηκών για να δουλέψει η χημεία. Κανείς πλέον δεν μπορεί να μιλά για τη «ρέντα του πρωτάρη». Αν ο Πλούτος μας κατέλαβε εξαπίνης και μας εξέπληξε θετικά, ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», το κύκνειο άσμα του Μποστ, μάς κέρδισε και υποψιασμένους. Όχι στο σημείο να επευφημούμε και να χειροκροτούμε χωρίς σταματημό στο τέλος, αλλά στο σημείο να μην προλαβαίνουμε να γελάμε μέχρι… να ξαναγελάσουμε. Το κοινό σχεδόν ξέχασε τη δυσφορία από τη μεγάλη καθυστέρηση στην έναρξη της παράστασης, η αιτία για την οποία θα πρέπει να προβληματίσει σοβαρά τους διοργανωτές.
Το αποτέλεσμα ήταν ακόμη πιο συμπυκνωμένο, δουλεμένο, σεμνό και καρφωνόταν στο θυμικό του θεατή σαν καταιγισμός από βέλη ευθυκρισίας. Το δούλεψε αριστοφανικά. Ή μάλλον αριστοτεχνικά, σιλβεστρικά. Αυτός ο αναρχίζων, αλλά οξυδερκής οίστρος φρονώ ότι έδενε ακόμη περισσότερο με τον Μποστ απ’ ότι με τον Αριστοφάνη, που ήταν… ο Μποστ της εποχής του. Ο Μέντης Μποσταντζόγλου ήταν κάτι περισσότερο από κωμικός ποιητής. Ήταν κωμικός μεταποιητής και αποποιητής. Μεταποιούσε τη γλώσσα και αποποιούνταν τους κανόνες και τους μύθους της για να στηλιτεύσει τη μάστιγα της ημιμάθειας και να δοξάσει την ελλειπτικότητα της ελληνικής πραγματικότητας. Μια βαθιά πολιτικοκοινωνική σάτιρα που δεν έχει σκοπό μόνο το γέλιο αλλά και την αυστηρή κριτική για τα διαχρονικά κακώς κείμενα της φυλής.
Ζούμε στην εποχή της μιζέριας, της ξινίλας και της σοβαροφάνειας. Της χοντροκομμένης «πλάκας», της καφρίλας και του χλευασμού. Του ουρλιαχτού, της υπερβολής, της καρικατούρας και της σάχλας. Στην εποχή αυτή, τέτοιου είδους προτάσεις φαντάζουν με πραγματική όαση.
Όχι, ο Σιλβέστρος δεν ανήγαγε εαυτόν σε αυθεντία στον Μποστ, όπως δεν το είχε κάνει με τον Αριστοφάνη. Έχει λάβει καλά υπόψη ότι η κωμωδία είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Ενέτεινε έτσι τη μελαγχολική νότα στο μποστικό μπουρλέσκο. Σεβάστηκε πλήρως το πνεύμα του κειμένου και φυσικά του συγγραφέα, αλλά όχι απαραίτητα το ίδιο το κείμενο στο οποίο έκανε ανεπαίσθητες και απόλυτα επιτυχημένες παρεμβάσεις επικαιροποίησης, συστήνοντάς μας μέχρι και την περιβόητη βερονεζολεμεσιανή οικογένεια των… Γιωργαλέττων, αντί των Καπουλέτων. Αν βρισκόταν κάπου ανάμεσά μας ο συγγραφέας θα είχε κι αυτός ξεκαρδιστεί ικανοποιημένος.