Γιώργος Μοράρης: «Το ποίημα-πορτρέτο», εκδόσεις Καστανιώτη 2017
Η ποίηση του Γιώργου Μοράρη – διακεκριμένου και πολυβραβευμένου Κύπριου ποιητή που ζει στην Αθήνα εδώ και δεκαετίες – χρήζει πολλών και πολλαπλών αναγνώσεων. Τα σύμβολά του είναι συχνά αμφίσημα και πολύσημα και σπανίως μονοσήμαντα. Τα ερεθίσματα του, το ίδιο πολυποίκιλα και οι εμπνεύσεις του πολυδιάστατες · πότε με ιστορική υφή, πότε με κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα, κυρίως όμως με εθνικό υπόβαθρο, αλλά και άλλες θεάσεις.
Πρόκειται για ποίηση που αναβλύζει αρχαία Ελλάδα. Με τα αετώματα, τα κτερίσματα, τους κίονες και τις κρήνες της. Μα κυρίως με τους μύθους και τους ήρωές της, με τις πολιτισμικές της κατακτήσεις και τα αισθητικά της επιτεύγματα.
Ο Γ.Μ. αναπαριστά με μαεστρία πρόσωπα και καταστάσεις της ελληνικής και δη της αθηναϊκής αρχαιότητας, έχοντας βαθιά επίγνωση του συγκεκριμένου χωροχρόνου. Αντλώντας όμως ερεθίσματα από στιγμές και χώρους της σύγχρονης καθημερινότητας. Βλέπει το κάθε σημείο, το κάθε τοπωνύμιο ή αρχιτεκτόνημα μέσα από τους αιώνες. Πχ στο ποίημα «Τα βήματα της Φρύνης», ανάμεσα σε άλλα, λέει: «Απ’ την οδό Τριπόδων / περνούσε για τον Λιθοξόο της / η μεγάλη εταίρα με την υψηλή καμάρα / του πέλματος της. / Λίκνιζε σαν μίσχο / την ιδανική γραμμή της / που την επιχρύσωνε το φως. / Κάλεσα την εποχή της / μπήκα μέσα / άνοιξα το εργαστήριο / κατοικημένο από Θεούς / και απογυμνώθηκε ο μαστός της / πλήρης αμβροσίας». (σελ. 43-44) Γενικά, στην ποίηση του Γ.Μ. σμίγει η αρχαία ελληνική ιστορία με την ελληνική μυθολογία, και αντάμα ατενίζουν, μάλλον επιτιμητικά, τη σύγχρονη αδήριτη πραγματικότητα του ευρύτερου ελληνισμού.
Ο Γ.Μ. δίνει ποιητική διάσταση σε ιστορικές στιγμές, τις οποίες ανασταίνει και αναπαριστά. Το βάθος των χρωμάτων, οι εντάσεις του φωτός, οι προοπτικές των εικόνων, διά χειρός Μ. αποκτούν αισθητικο- λογοτεχνικές προεκτάσεις: «Ένας από τους φρουρούς του βασιλιά Όθωνα / με τα μαύρα και την κόκκινη μπέρτα σαν δήμιος / κρατούσε από τη γενειάδα το κεφάλι του Νταβέλη / δείχνοντας πόσο έγινε πειθήνιο στα πλήθη. / Νέος τότε ζωγράφος ο Γύζης / κυνηγούσε κοντά στο βασιλικό κήπο / την άπιαστη σκόνη της πεταλούδας / που δίνει στα φτερά της ιριδισμούς. / Πήρε τα τελευταία χρώματα από την παλέτα / του ηλιοβασιλέματος / να ζωγραφίσει τη σκοτεινή οπτασία. / Το ωραίο κεφάλι του αρχιληστή άνοιγε τα μάτια του / και ατένιζε πέρα από τα όρια της ζωής του». (σελ. 9-10)
Στους βαθιά ενδοσκοπικούς στίχους του ο ποιητής επιστρέφει πότε στην παιδική και πότε στην εφηβική του ηλικία. Και το πράττει μ’ ένα τρόπο ανεπιτήδευτο, βαθύ και ειλικρινή. Από κάποιες παμπάλαιες ρίζες ορμώμενη, θα έλεγα ότι η αισθητική του Γ.Π. συχνά εμπλέκεται, συνδιαλέγεται και συγχρωτίζεται με τον αισθησιασμό του: «Σαν σβήσει η φωτιά της ήβης μου / θα έρθουν τα φαντάσματα / των νεκρών αμαρτιών μου». (σελ. 25)
Ο καρναβαλίστικος χορός των μεταμφιεσμένων στο κινηματοθέατρο «Ριάλτο», ακόμη μια παιδική ή εφηβική ανάμνηση του ποιητή από τη Λεμεσό αλλοτινών εποχών, μοιάζει με ερωτικό-αισθησιακό ντελίριο και ωδή στη σαρκική έλξη, μάλιστα σε μια αρπαχτική έκφανσή της. Τα ζευγάρια που στροβιλίζονται στους ρυθμούς ενός βιεννέζικου βαλς χαρακτηρίζονται από μια μάλλον γενετήσια διεκδικητικότητα: «…ο καβαλιέρος / με τα γατίσια πόδια / αρπάζει την ντάμα / σαν σβούρα στο γύρισμά της». (σελ. 15) Όσο για την ντάμα: «Το κορμί της ανοίγεται νούφαρο στον εραστή / που βυθίζεται μέσα της πνιγμένος». (σελ. 16)
Αλλού πάλι ο ποιητής δένει τον ερωτισμό με τον υπαρξισμό, καθώς διασυνδέει την ερωτική αναδίφηση με τις υπαρξιακές αναζητήσεις. Στο τέλος αφήνει τα ερωτήματα να αιωρούνται και να μαγεύουν με τη σαγήνη του μετεωρισμού τους: «Τι αφήνει το πέρασμα το δικό μας / ένα κλάσμα ζωής, ένας πνιγμένος ψίθυρος; / Την ασθένεια των ονείρων / ακόμα και στη νύστα του θανάτου». (σελ. 19)
Ο στίχος του Γ.Μ. κάποτε γίνεται ιδιαίτερα συμπυκνωτικός, αποφθεγματικός, απέριττος, αλλά πέρα για πέρα ουσιαστικός: «Η πιο μεγάλη μέθη να βγεις από τον εαυτό σου · » (σελ. 26) Ωστόσο, έχω την αίσθηση πως με ό,τι κι αν καταπιαστεί ο ποιητής, οι στίχοι εσωτερικού χώρου δεσπόζουν στο έργο του.
Κάποιες στιγμές η παραστατικότητα του Γ.Μ., είναι τόσο ανάγλυφη, τόσο γλαφυρή και τόσο προσληπτή που δεν μπορεί παρά να προκαλεί τον αναγνωστικό θαυμασμό. Στο απόσπασμα που ακολουθεί θα έλεγα ότι ιχνηλατείται ένας συγκερασμός μεταξύ κοινωνικού σχολιασμού και διακήρυξης περί ποιητικής, που είναι και η κατακλείδα του συγκεκριμένου ποιήματος: «Η ζωή μάς εξάρθρωσε σαν κλόουν / και ακροβατούμε / στην ανεμόσκαλα του καραβιού / από σκαλί σε σκαλί / ανάμεσα στην άβυσσο της θάλασσας και τ’ ουρανού. / Ας είναι όλα η τέχνη / που δεν έχει ανάγκη εδάφους / και βρίσκεται σε αιώρηση». (σελ. 35)
Ολοκληρώνω αυτή την παρουσίαση με μια αναφορά στην ενότητα «Κυπριακή ελεγεία» όπου ξεχώρισα το ποίημα «Η επίτοκος» (σελ. 91) που είναι συγκλονιστικό. Όχι μόνο για τον πόνο που εμπερικλείει, αλλά και για το ηθικό του ανάστημα, για το συγκινησιακό ρίγος αρχαίας τραγωδίας που διεγείρει.