Αντιπαραθέτοντας τις παραστάσεις «Παράξενο ζευγάρι» και «Μπαμπάδες με ρούμι».

Η φράση «κλείνει το μάτι στο κοινό» είναι ίσως μια πιο πολιτικά ορθή ορολογία για τη θεατρική αρπαχτή. Είναι βαριά λέξη αυτή, το ξέρω, ειδικά όταν μιλάμε για το αποτέλεσμα μιας καλλιτεχνικής διεργασίας κι ακόμη περισσότερο όταν το κοινό δείχνει να το διασκεδάζει. Και ποιος είμαι εγώ που θα αμφισβητήσω το κριτήριό του και την αίσθηση του χιούμορ του; Αποσύρω λοιπόν κατηγορηματικά τη λέξη «αρπαχτή». Πρέπει να καταλάβουμε κάποτε κι εμείς οι τάχαμου «κριτές» ότι το θέατρο δεν είναι μια τέχνη για λίγους και στριφνούς κι ότι συχνά συμβαίνει να λειτουργούν κι άλλοι κώδικες της επικοινωνίας που έχουν να κάνουν λ.χ. με την (τηλεοπτική) αναγνωρισιμότητα και την οικεία μανιέρα. Οι θίασοι από την Ελλάδα έχουν πάψει εδώ και καιρό να μας πουλούν καθρεφτάκια και χάντρες. Το αποτέλεσμα που βλέπουμε είναι εν πολλοίς αυτό που προορίζουν και για το ελλαδικό κοινό κι όχι κάποια απλοποιημένη κυπριακή εκδοχή.

Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις στάθηκε η παράσταση «Παράξενο ζευγάρι» σε σκηνοθεσία Βλαδίμηρου Κυριακίδη. Το έργο του Νιλ Σάιμον είναι χαριτωμένο, αλλά όχι ιδιαίτερα φρέσκο –το αντίθετο- γεγονός που έδωσε την απόλυτη δικαιολογία στους συντελεστές να προβούν σε καίριες κειμενικές παρεμβάσεις για να… κλείσουν το μάτι στον σύγχρονο θεατή. Το πρώτο πρόβλημα με την παράσταση ήταν ότι το κείμενο είναι διασκευασμένο «προς τα έξω», αλλά σκηνοθετημένο «από μέσα», τηλεοπτικά και χωρίς προσανατολισμό. Παράλληλα, αποφασίζει να προσαρμοστεί  και να στηριχτεί πάνω σε στερεότυπα και μανιερισμούς, αναζητώντας τα στοιχεία που κάνουν γκελ και εκμαιεύοντας το γέλιο με λεκτικούς, κινητικούς και εκφραστικούς σπασμούς. Ακόμη ένα πρόβλημα είναι ότι το πιγκ- πογκ ατακών των δύο πρωταγωνιστών αποτυγχάνει ελέω έλλειψης χημείας και σκηνικής αρμονίας.

Η κακή εντύπωση όμως που προσωπικά αποκόμισα από την παράσταση αυτή είχε να κάνει με τους υψηλούς τόνους και την άκρατη εξωστρέφεια που επιστράτευσαν οι συντελεστές για να βρουν τον δίαυλο επικοινωνίας με τους θεατές. Κι αυτό, σε συνδυασμό με τη χρήση χειλοφώνου και την αδιανότητη απόσταση μεταξύ σκηνής και πλατείας. Μ’ ένα σκηνικό που απεικόνιζε θεωρητικά το εσωτερικό ενός νεοϋορκέζικου διαμερίσματος να μοιάζει σαν να το παράτησε κάποιο διαστημόπλοιο στο πίσω μέρος της ορχήστρας του αμφιθεάτρου της Σχολής Τυφλών. Σε κάποια φάση ένιωσα ότι χρειαζόμουν κιάλια για να δω ποιου τα χείλη κινούνται, ποιος λέει τι. Κι όλα αυτά με την ένταση του δρώμενου να ανεβαίνει διαρκώς και αδικαιολόγητα και να φτάνει σταδιακά σε επίπεδα υστερίας.

Με την τροπή που πήρε η παράσταση οι εκτός κειμένου αυτοσχεδιασμοί του Ζουγανέλη ήταν τα πιο αστεία σημεία της. Προσωπικά, γέλασα μόνο στο τέλος, μετά το χειροκρότημα, όταν ο γνωστός κωμικός που έπαιζε τον οικοδεσπότη χωρισμένο αθλητικογράφο Όσκαρ, προφανώς χαριτολογώντας, προέτρεψε το κοινό… να ΜΗΝ πάει να δει την παράσταση «Μπαμπάδες με ρούμι» με τον Γιώργο Παρτσαλάκη γιατί δεν είναι καλή (!). Έχοντας γνώση ότι ο Παρτσαλάκης ήταν ανάμεσα στους θεατές.  

Δεν άκουσα τη συμβουλή του και παρότι είχα τον φόβο ότι δεν αποκλείεται να είχε δίκιο, επέστρεψα λίγες μέρες μετά στον ίδιο χώρο για να δω και τους «Μπαμπάδες». Κι εκεί διαπίστωσα ότι είναι ένα έργο που 22 χρόνια μετά δεν έχει χάσει καθόλου τη δηλητηριώδη γλυκάδα του. Αντίθετα, σηκώνει το χαλί που κρύβει όλα τα κακά της μοίρας του νεοέλληνα αναδεικνύοντας παράλληλα και τα αίτια που οδήγησαν σ’ αυτά.

Αν η πρόταση αυτή μοιάζει πιο έντιμη από την προαναφερθείσα κι αν ξεπέρασε τις προσδοκίες -τις δικές μου και του… Ζουγανέλη- είναι γιατί το τηλεοπτικόστροφο δυναμικό της, οι ηθοποιοί και ο σκηνοθέτης, δεν λειτουργούσαν σαν να είναι κλεισμένοι σε κουτί αλλά είχαν πλήρη συναίσθηση ότι κάνουν θέατρο. Χωρίς επίδειξη ερμηνευτικών ικανοτήτων, ο καθένας προσπαθεί να ανταποκριθεί στο ρόλο του και να βρει τους κώδικες σκηνικής συνεννόησης με τους άλλους. Δεν φοβήθηκαν να τσαλακωθούν, να σκονιστούν, να φάνε χώμα στην προβληματική για τέτοιες περιπτώσεις ορχήστρα του αμφιθεάτρου. Η όρεξη και η καλή πρόθεση δεν κρύβονται στο θέατρο, μάς κάνουν και πιο επιεικείς με τις υποκριτικές ή άλλες ανισότητες. Και γελάμε προβληματισμένοι, χωρίς τύψεις.