Για τον Αγαμέμνονα του Γκραουζίνις, τον Ορέστη του Αναστασάκη και την Άλκηστη του Ερωτοκρίτου.
Στη συνέντευξη που έδωσε στο Φιλgood λίγες μέρες πριν την έλευση του Αγαμέμνονα του Αισχύλου στην Κύπρο, ο Τσέζαρις Γκραουζίνις έλεγε ότι η μεγαλύτερη παγίδα για ένα σκηνοθέτη που ανεβάζει αρχαίο δράμα είναι να παρασυρθεί σε μια επίδειξη εξυπνάδας κατά την ανάγνωση του αρχετυπικού έργου. Και το καλύτερο κομπλιμέντο είναι να του πουν ότι η παράσταση ήταν καλή, αλλά η σκηνοθεσία αδιάφορη. Τι γίνεται όμως με τη μετάφραση; Κι ακόμη περισσότερο, τι γίνεται όταν η μεγαλοπρεπής απλότητα και η αφαιρετική αμεσότητα της σκηνοθετικής γραμμής συγκρούεται με την αχαλίνωτη ποιητική ελευθερία μιας επιβλητικής, καινοφανούς και αναστοχαστικής μεταφοράς;
Στο Κούριο, πήραμε με τον Αγαμέμνονα μια πρώτη γεύση από τη φετινή «μπλανομανία» που έχει προσβάλει το Φεστιβάλ Αθηνών. Δεν είναι απαραίτητα κακό να είσαι καλός ποιητής και ν’ αποτολμάς μια κάπως χλιαρή και εναλλακτική μετάφραση του αρχαίου κειμένου, ειδικά όταν γνωρίζεις ότι θα πέσει σε καλά σκηνοθετικά χέρια. Για μας, ακολούθησε ο Ορέστης του Ευριπίδη από το ΚΘΒΕ, ενώ στην Ελλάδα τη συνολική εικόνα συμπληρώνει μια Αντιγόνη σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη και Μανώλη Δούνια και οι Βάτραχοι του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου.
Προσπάθησα να σκεφτώ πού οφείλεται η αίσθηση ότι αυτή η αιρετική ποιητική ανασύνθεση έδενε πολύ περισσότερο και δεν χτυπούσε στο αφτί στην περίπτωση του Ορέστη που σκηνοθετεί ο Γιάννης Αναστασάκης. Αφενός ίσως είναι η ευχέρεια του Αναστασάκη να προσαρμόσει στην αισθητική της παράστασης τα στοιχεία της οπτικής του Μπλάνα, αλλά και τον ρυθμό του λόγου. Ο Έλληνας σκηνοθέτης οικοδόμησε την πρότασή του πάνω στο κείμενο του Μπλάνα, ενώ ο Λιθουανός ανέλυσε το κείμενο του Αισχύλου στη μητρική του γλώσσα.
Αφετέρου, είχα την αίσθηση ότι κάποιο ρόλο ίσως έπαιζε και η μηχανική της ευριπίδειας «πειραματικότητας». Στη νέα τραγωδία, ο Ευριπίδης δεν φείδεται μελοδραματικών, αλλά και ιλαροτραγικών στοιχείων καθώς χτίζει βαθμιαία το κρεσέντο στην έξαψη με την οποία αναπτύσσεται η ψυχική αστάθεια του ήρωα και του δράματος. Επιπλέον, όντας διαβασμένος ο Αναστασάκης, χειρίζεται με μαεστρία τις δυσκολίες του χορού που είναι ενοχλητικός για τους ευερέθιστους πρωταγωνιστές, τη στιγμή που ο Γκραουζίνις επιλέγει να εστιάσει με ιδιαίτερη σπουδή σ’ έναν καλά συγχρονισμένο αλλά επιφανειακό, μονοφωνικό χορό που ενοχλείται από τα δρώμενα.
Όλα αυτά τα επιχειρήματα εύκολα θα μπορούσαν να καταρριφθούν αν αναλογιστεί κανείς ότι πέρσι ο Λιθουανός σκηνοθέτης δεν φάνηκε να αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα στη μεταφορά του αισχύλειου λόγου από τον Μπλάνα. Εκεί, όμως, ο Γκραουζίνις αποδείχτηκε πιο τολμηρός, μ’ εκείνη την αξέχαστη επική μονομαχία Ετεοκλή- Πολυνείκη και τη γενικότερη φρέσκια και ρηξικέλευθη ματιά και το πιο ξεκάθαρο όραμά του, αναδεικνύοντας την αποστομωτική ισχύ του έργου στις μέρες μας.
Ποιος ο λόγος να ηνοχλήσεις ένα αρχετυπικό έργο στις μέρες μας αν δεν έχεις κάτι νέο να προτείνεις; Ο Πάρις Ερωτοκρίτου με την Άλκηστη (φωτογραφία), την πρώτη του απόπειρα στο πεδίο του αρχαιοελληνικού δράματος, φαίνεται ότι επιχείρησε ακριβώς το αντίθετο σε σχέση με τον Γκραουζίνις. Έχει μια κεντρική ιδέα μέσα στην οποία εντάσσει τη σύγχρονη ανάγνωση του αρχαίου κειμένου, με βάση μια μετάφραση ηλικίας περίπου 120 ετών. Εννοείται ότι το κείμενο του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου ήταν πρωτοποριακό για την εποχή του, όμως δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί κλασικό.
Ο Κύπριος σκηνοθέτης, χωρίς απαραίτητα να εκβιάζει την προσοχή, μένει πιστός στις αρχές του. Εκτός από την αγάπη και τον φόβο της απώλειας, η πρότασή του αγγίζει την ευθραυστότητα της φύσης και της ύπαρξης, αλλά και όλες τις σκέψεις που κατακλύζουν το μυαλό ενός ανθρώπου που βρίσκεται στον αποστειρωμένο χώρο ενός νοσοκομείου, ως ασθενής ή επισκέπτης.
Αν αναλογιστεί κανείς τα πενιχρά οικονομικά δεδομένα αυτής της πρότασης, σε σχέση με τις υπόλοιπες του Φεστιβάλ, θα διακρίνει ένα μικρό θαύμα. Ένα ολόφρεσκο εγχείρημα που αξιοποιεί στο έπακρο τα σατιρικά και τραγικά στοιχεία του έργου. Όχι για να κάνει επίδειξη ευρηματικότητας, φορμαλιστικής δεινότητας και διαχείρισης αισθητιστικών μοτίβων, ούτε για να υποστηρίξει μια εμμονική κυριολεξία. Αλλά για να υπερασπιστεί το δικαίωμα να διατυπώνει κανείς καλλιτεχνικούς προβληματισμούς με τρόπο σαφή, αλλά και ερεθιστικό.