«Ο δάσκαλός μας εν Τρολλ» σε σκηνοθεσία Γιώργου Κυριάκου.

Σύμφωνα με τον Ντένις Κέλι, αν είναι να μη γράφεις με πάθος, καλύτερα να μη γράφεις καθόλου. Για τα έργα του ισχύει (γιατί όχι και για όλα τα έργα του κόσμου;) ότι αν δεν τα ανεβάζεις με πάθος, καλύτερα να μην τα ανεβάσεις καθόλου. Αυτό το πάθος περισσεύει στην περίπτωση του Γιώργου Κυριάκου που στο κείμενο «Our teacher’s a Troll» βρήκε τη λυδία λίθο για να δοκιμάσει, να πειραματιστεί, να τεντώσει και να εξελίξει θεωρίες, γνώσεις και εμπειρίες που είχε συλλέξει από τη μέχρι τώρα εμπειρία του στο θέατρο. Και να τις ανατρέψει όλες. Έμενε μόνο να βρει το «σανίδι» κι αυτό ήταν οι συνοδοιπόροι σ’ ένα ταξίδι διαρκείας με πολλούς σταθμούς.

Η εξέλιξη του πρότζεκτ είχε την υφή και το άρωμα μιας εμμονής που ζητούσε δικαίωση. Η αρχή έγινε με την ελεύθερη μετάφραση του κειμένου στην κυπριακή διάλεκτο και τη μεταφορά στην εγγύς πραγματικότητα, με τη συμβολή της Νιόβης Χαραλάμπους, αλλά και της Μαρίνας Αργυρίδου. Η πράξη ξεκίνησε από ένα 7ήμερο εργαστήρι στη Λεμεσό και μετά σκούπισε τα πόδια της με θράσος και χαλαρή διάθεση στο χαλί του «Σαλονιού των Ξένων» στις Αποθήκες του ΘΟΚ. Τελικά, αποκαλύφθηκε οριστικά, μαζί με τις διαθέσεις των συντελεστών, υπό τον τίτλο «Ο δάσκαλός μας εν Τρολλ», σ’ έναν κύκλο δέκα παραστάσεων τον Σεπτέμβριο.

Δεν είναι τυχαία, φυσικά, η επιλογή του έργου ενός συγγραφέα ο οποίος όχι μόνο έχει συμβάλει στην ανανέωση της σύγχρονης θεατρικής φόρμας, αλλά αρέσκεται να αυτοαναιρείται και να επανανακαλύπτει κάθε φορά τον εαυτό του. Κι αυτό ενώ αγγίζει με τόλμη -κι έναν μάλλον σκοτεινό τρόπο- σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Ήταν μια δυστυχής συγκυρία για τη ζωή, αλλά ευτυχής για την τέχνη, το γεγονός ότι η παραγωγή συνέπεσε με την ακανθώδη συζήτηση για τη δημόσια παιδεία.

Ένα κατά περίσταση και ανθρωποφάγο Τρολλ, από αυτά τα τρομακτικά και άσχημα όντα της νορβηγικής μυθολογίας, αναλαμβάνει τη διεύθυνση ενός σχολείου. Απειλεί να καταβροχθίσει τους άτακτους και ανυπάκουους μαθητές και δημιουργεί εντός του σχολικού περιβάλλοντος ένα αυταρχικό καθεστώς εκμετάλλευσης.

Το Τρολλ δεν εμφανίζεται καν, απλώς υπονοείται. Εννοείται ότι οι ενήλικες μπορεί μέχρι και να συμπαθήσουν κάποιον που καταφέρνει με ανορθόδοξο ομολογουμένως τρόπο να κόψει μαχαίρι τις αταξίες στα άτακτα τερατάκια. Για τα παιδιά πάλι, το σκοτεινό χιούμορ του κειμένου και το παιγνιώδες ύφος της παράστασης ενδεχομένως να πυροδοτούν υγιείς σκέψεις. Για το σύνολο των θεατών, ο αντεστραμμένος ηθικός κώδικας δημιουργεί συνειρμούς πάνω στο θέμα της ανεκτικότητας και της συνύπαρξης σε μια πλουραλιστική κοινωνία, όπως και της πρόκλησης της κατανόησης ενός ξένου πολιτισμού.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και χιουμοριστικά ευρήματα του κειμένου αφορά στη δυσκολία των μαθητών να περιγράψουν στους μεγάλους τη διαφορετικότητα του Τρολλ- δασκάλου, μέσα στα όρια της πολιτικής ορθότητας. Οι ενήλικες δεν πιστεύουν τα παιδιά που έτσι αναγκάζονται να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και να επιστρατεύσουν το «πυρηνικό» τους όπλο, πνίγοντας τον δάσκαλό τους στα «γιατί». Η μοναδική λύση ήταν πάντα εκεί μπροστά τους, αρκούσε να επεξεργαστούν και να απαντήσουν στο ερώτημα «γιατί είναι διαφορετικός».

Η δημιουργική παρέα, που προέκυψε από τη σύμπραξη της ομάδας Λουμπάγκο, του Θεάτρου Τσέπης και του Κέντρου Παραστατικών Τεχνών Μίτος, χρησιμοποιεί ως βασικά εργαλεία εργασίας την προβλεψιμότητα και την επανάληψη, στοιχεία που ο συγγραφέας κρίνει ως απαραίτητα. Αυτό όμως λειτουργεί σε απόλυτη αρμονία με το κύριο εύρημα, που είναι η προβολή του κειμένου προς ανάγνωση στον (σχολικό) πίνακα, εν είδει παράδοσης μαθήματος. Τόσο οι ηθοποιοί, όσο και το κοινό έχουν έτσι την ευκαιρία να εμπλακούν στην ανάπτυξη μιας διαδραστικής και αυτοσχεδιαστικής φόρμουλας που ουδόλως όμως απομακρύνεται από την κεντρική ιδέα.

Η επίμονη αίσθηση αυθόρμητου παιχνιδιού ενισχύει τις προθέσεις των δημιουργών στην ανάδειξη των πολλαπλών αναγνώσεων. Η απλή μορφή αφήγησης, η στακάτη σκηνοθεσία, τα ελάχιστα σκηνικά, τα βασικά κοστούμια κι ένα περιβάλλον που εξιτάρει την παιδική φαντασία, δημιουργεί το ερώτημα γιατί δεν απηύθυναν ανοιχτά την πρότασή τους (και) στο εφηβικό και το παιδικό κοινό.