Μετά τη δυναμική του είσοδο το 2016 με το «Hotel National» στη μυθιστοριογραφία της ενδιαφέρουσας ευρηματικής πλοκής και της σκηνικής αφήγησης, της ψυχογραφικής αποτύπωσης χαρακτήρων και της σαγηνευτικής εκφραστικής απόδοσης, το δεύτερο μυθιστόρημα του Σταύρου Χριστοδούλου, που κυκλοφόρησε εντός του τρέχοντος έτους από τις εκδόσεις Καστανιώτη στη σειρά noir, επιβεβαιώνει τις ευοίωνες προοπτικές κατάκτησης του είδους από έναν χαρισματικό συγγραφέα.
Έτσι, ο ενδεικτικός του περιεχομένου τίτλος «Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός», αντιστρέφοντας τη ρηματική πολυσημία, σηματοδοτεί την αείρροη κίνηση του μυθιστορηματικού ποταμού από τις αστείρευτες πηγές μιας ανανεωμένης δημιουργικής έμπνευσης μέχρι τις γόνιμες εκβολές του στο απαιτητικό αναγνωστικό αισθητήριο. Κάτω από «τα παγωμένα νερά» του Μικρού Δούναβη, που ανακυκλώνει την αρχή με το τέλος του μυθιστορήματος, στροβιλίζονται τα υπόγεια ρεύματα της ιστορίας, καθώς εκτυλίσσεται μέσα από τα κομβικά σημεία της ρεαλιστικής μυθοπλασίας και των νατουραλιστικών της αντικατοπτρισμών στις χωροχρονικές διαδρομές και τις παρόχθιες διακλαδώσεις των αφηγηματικών επεισοδίων, είτε στις ανάδρομες παρεκβάσεις εγκιβωτισμένων συμβεβηκότων.
Οι 281 σελίδες του βιβλίου συναρθρώνονται σε 14 έντιτλες ενότητες σπονδυλωτής αυτοτέλειας αλλά και συνεκτικής δομικής ανέλιξης, συνυφαίνοντας τα δρώμενα και τα καταλυτικά βιώματα των πρωταγωνιστών τους. Μέσα στις συντεταγμένες του εναλλασσόμενου χρόνου, του γεωγραφικού τόπου και του περιβαλλοντικού τους χώρου οι αλυσιδωτές χαρακτηρολογικές αντιδράσεις επενεργούν διαδραστικά, εντείνοντας το περιπετειώδες «σασπένς» υποθετικών εκδοχών και ανύποπτης ανατρεπτικής έκβασης.
Επί τα ίχνη, λοιπόν, του κατευθυντήριου νήματος, που επανειλημμένα αναδιπλώνει ο μυθιστορηματικός ιστός σε οπισθοχωρητικές αναδρομές εξιστόρησης συμβάντων και ανατομίας ιδιότυπων ψυχισμών για ανίχνευση συναισθηματικών καταστάσεων και εξιχνίαση παρορμητικών κινήτρων στην προώθηση της δράσης. Ο συγγραφέας, με τον δικό του πομποδέκτη στιγματοθέτησης, μας μεταφέρει ζωηρές εικόνες και εύληπτες παραστάσεις ζωντανών περιγραφών από το απώτερο στο πρόσφατο παρελθόν: από τη Βουδαπέστη τον Φεβρουάριο του 1985, σε γειτονιά πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό Κέλετι, μέχρι κάποιον άλλο Φεβρουάριο στην Αθήνα του 2012 και συγκεκριμένα στο διαμέρισμα του έκτου ορόφου μιας πολυκατοικίας στην οδό Λυκαβηττού στο Κολωνάκι, όπου διαπράττεται ο στυγερός φόνος της 12ης Φεβρουαρίου του έτους εκείνου, ίσαμε το «Acapulco», το μυστηριώδες καταγώγιο της Πατησίων και έως τη μοιραία επάνοδο τον Δεκέμβριο του 2013 στη Βουδαπέστη, στο εξοχικό σπιτάκι της οδού Πούτιους 19.
Μαζί με αυτά και άλλα ποικιλώνυμα υποστατικά σε κεντρικούς ή απόκεντρους δρόμους και γνωστές αριστοκρατικές περιοχές είτε άγνωστες συνοικίες και φτωχογειτονιές στις δύο πρωτεύουσες, που, πλην της εμφανούς συγγραφικής πρόθεσης για ένα κατά συνεκδοχήν ευρύτερο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα, λειτουργούν ως πλαίσια αναφοράς, διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στον «εντοπισμό» των γεγονότων σε συνάρτηση με τους αυτουργούς τους.
Μεταξύ πραγματικού και φανταστικού
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο Μπαχτίν ήδη από το 1937 χρησιμοποίησε την έννοια του χρονότοπου, δηλώνοντας τη διαλεκτική σχέση των χρονικών και χωρικών δομών του λογοτεχνικού κειμένου ή μιας ολόκληρης εποχής. Ενώ ο H.Mitterand υποστηρίζει ότι το κείμενο δημιουργεί έναν «τόπο», εφόσον το γεγονός έχει ανάγκη από ένα «καταφύγιο», από ένα «πού» και από ένα «πότε», που θα προσπορίσουν στον μύθο την εικόνα του πραγματικού. Το όνομα μάλιστα του τόπου επικαλείται την αυθεντικότητα της περιπέτειας μέσα από μια μετωνυμική αντανάκλαση, που υποκινεί την υποψία του αναγνώστη ότι, αφού ο τόπος είναι αληθινός, τότε και όσα διαδραματίζονται εκεί είναι αληθινά. Υπόθεση, προφανώς, που παραπέμπει στην προβληματική της απόστασης μεταξύ πραγματικού και φανταστικού είτε μεταξύ φαντασιακής πραγματικότητας και ευφάνταστης αλήθειας των πραγμάτων.
Πόσο τωόντι απέχει ο θεματικός πυρήνας του παρόντος μυθιστορήματος από τη διαβόητη υπόθεση Νάσιουτζικ τον Σεπτέμβριο του 1984, που έμεινε στην ιστορία της αθηναϊκής εγκληματολογίας ως το «έγκλημα στο Κολωνάκι»; Κατά διαβολική απίστευτη σύμπτωση στο διαμέρισμα της οδού Διδότου 3, όπου διαπράχθηκε, είχαν γυριστεί το 1959 σκηνές της ταινίας «Έγκλημα στο Κολωνάκι», του ομώνυμου αστυνομικού μυθιστορήματος του Γιάννη Μαρή, του προπομπού του είδους στην Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του ’60.
Αν τόσο στο εμβληματικό εκείνο «έγκλημα» της οδού Σκουφά όσο και σ’ αυτό της Λυκαβηττού τα δολοφονημένα θύματα είναι αμφότερα ζωγράφοι, που ανεξαρτήτως προτίμησης φύλου περιπλέκονται σε ερωτοδουλειές, αν ο αστυνόμος Σουρούνης εξωτερικεύει ορισμένες ομοιότητες ψυχοσύνθεσης με τον καθιερωμένο αστυνόμο Μπέκα και αυτός με τον επιθεωρητή Μαιγκρέ του Σιμενόν, με τις γυναίκες τους να είναι και οι δύο θαυμάσιες μαγείρισσες, και αν οι δημοσιογράφοι Μακρής και Στράτος, με ελαφρές διαφοροποιήσεις στο επίθετο ο ένας και στο όνομα ο άλλος, απηχούν το «alter ego» των συγγραφέων τους, παρότι ο δεύτερος πιο αποτελεσματικός στη διεξοδική διερεύνηση του εγκλήματος από τον ομότεχνο-προκάτοχό του, ο υποψιασμένος αναγνώστης νιώθει πως ο Χριστοδούλου του κλείνει πονηρά το μάτι. Οι όποιες αναγωγές ή παραλλαγές δεν είναι τυχαίες, στοιχειοθετώντας την εύφημη μνεία στο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα και στον πρώτο διδάξαντα ως συνέχεια στα ομοειδή ποιοτικά έργα μεταγενέστερων ανά το πανελλήνιο συγγραφέων.
Ωστόσο, ο Στ. Χριστοδούλου δεν εστιάζει αποκλειστικά τον ευρυγώνιο φακό του σε μιαν αστυνομική ιστορία, αλλά τη χρησιμοποιεί ως εφόρμηση, για να ερμηνεύσει διεισδυτικά τις τραυματικές οικογενειακές εμπειρίες των χαρακτήρων του. Με κεντρικό ήρωα επίσης τον Ούγγρο Γιάννο και τον περίγυρό του σκιαγραφεί την Ελλάδα της κρίσης, των μεταναστών και της αλλοτριωτικής εξαθλίωσης κάτω από επώνυμα ή ανώνυμα προσωπεία.