Η όπερα «Αρκούδα» και το ψυχολογικό ορόσημο. 

Δεν ξέρω αν οι Πάφιοι με μια παραγωγή τον χρόνο αισθάνονται ότι ζουν κάπου κοντά στο Μιλάνο, όμως σε Λευκωσία και Λεμεσό κάθε άλλο παρά έχουμε «μπουχτίσει» από όπερα. Δεν είναι ότι υπάρχει ευρύ κοινό, διψασμένο για παραγωγές του λυρικού ρεπερτορίου, υπάρχει όμως ένα σαφές κενό που εφόσον διατηρείται, η οπερατική παιδεία θα παραμένει ένα άπιαστο όνειρο και δεν θα το συνειδητοποιούν παρά μόνο οι τουρίστες κι οι εδώ παρεπιδημούντες.

Η ακμάζουσα ρωσική παροικία ίσως το αισθάνεται εντονότερα. Και μάλλον γι’ αυτό ανέλαβε δράση. Εννοείται ότι δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες. Ο βρυχηθμός της «Αρκούδας» δύσκολα θα κινήσει τους ασήκωτους βράχους. Με τους ρυθμούς και τη φιλοσοφία που κινείται η πολιτιστική μας ζωή θα πάρει αιώνες να δούμε Λυρική Σκηνή στο νησί -με τα σημερινά δεδομένα είναι πραγματικά αυτό που λείπει του ψωριάρη. Ακόμη κι έτσι, όμως, η πρώτη επαγγελματική παραγωγή όπερας που δημιουργείται αποκλειστικά στην Κύπρο σηματοδοτεί ένα –ψυχολογικό, τουλάχιστον- ορόσημο.

Για να γίνει όμως αυτό, έπρεπε να υπάρχει έντονη (έως απόλυτη) ρωσική εμπλοκή, μ’ ένα έργο σύντομο και ολιγοπρόσωπο, με γλαφυρούς χαρακτήρες, διαχρονική θεματική και διασκεδαστικές κορυφώσεις. Οι περιορισμοί σε χρόνο και χρήμα, η απειρία και τα κενά σε επίπεδο παραγωγής, όπως και η έλλειψη ενδεδειγμένου χώρου διεξαγωγής, κατέστησε αναπόφευκτους κάποιους συμβιβασμούς στην ποιότητα. Στην Κύπρο, όμως, όπερα είναι η τέχνη του εφικτού.

Από εκεί και πέρα, οι διοργανωτές επέλεξαν τη σύντομη (50λεπτη) «μονόπρακτη εξτραβαγκάντζα» του Γουίλιαμ Γουόλτον, σκεπτόμενοι επιπλέον ότι παρά το ρωσικό της θέμα και κλίμα, με βάση το ομότιτλο θεατρικό του Τσέχωφ, είναι μια αγγλόφωνη πρόταση. Κι αυτό έκριναν ότι ίσως αποτελεί επιπλέον πλεονέκτημα στην προσπάθεια επικοινωνίας με το εξοικειωμένο στη γλώσσα ντόπιο ακροατήριο. Εντούτοις, για το απαίδευτο κοινό, ίσως αυτό εν τέλει να αποδείχτηκε μειονέκτημα. Στη σαφώς πιο «μουσική» και σπιρτόζα ιταλική γλώσσα, αλλά ακόμη και στη γαλλική ή τη γερμανική, το οπερατικό κοινό δίνει βάση στα λυρικά μέρη και βιώνει πιο ολοκληρωτικά την εμπειρία. Ειδικά αν ΔΕΝ μιλά τις γλώσσες αυτές.

Επειδή θεωρώ δύσκολο το ευρύ κοινό να είχε πρόσβαση σε αγγλόφωνα οπερατικά έργα όπως του Περσέλ, του Χέντελ, του Μπλόου ή του Μπρίτεν, η εξοικείωση με τη γλώσσα ίσως να έκανε το λιμπρέτο του Πωλ Ντεν να ηχεί παράξενα όταν σε ορισμένα σημεία η προφορά των τριών Ρώσων μονοδών «κλωτσούσε». Δεν κρύβω ότι προσωπικά παρασύρθηκα να εστιάζω στους μισοκρυμμένους αγγλικούς υπέρτιτλους, παρά στα επί σκηνής δρώμενα και εισέπραξα μια δυστοκία στην ικανότητα απόδοσης των εύηχων και λυρικών ριμών του λιμπρετίστα.

Ο Τσέχωφ σατιρίζει την κωμικοτραγική ανθρώπινη συνθήκη και η όπερα, με τη μουσική του Γουόλτον βγαλμένη από τη χρυσή εποχή του κινηματογράφου, πλειοδοτεί μ’ έναν συνδυασμό φλέγματος και αναρχικού χιούμορ. Η ανάγκη να σπάσει η ρουτίνα πένθους της χήρας Πόποβα, η ναρκισιστική και αρνητική αντιμετώπιση της ζωής υπαινίσσεται μια διακριτική κριτική για τη διαχρονική υποδούλωση της Ρωσίας στη βότκα και τα δικαστήρια πτώχευσης.

Η βινιέτα του συνθέτη αποτυπώνει σκωπτικά την παραδοξότητα της ρωσικής ιδιοσυγκρασίας. Το βιρτουόζικο πνεύμα του αντιπαραθέτει μια βαθμιαία ερωτική ένταση και μια διστακτική ειρωνεία στην εγωμονιστική ενδοσκόπηση της χήρας. Αυτό φτάνει μέχρι τη μονομαχία της με την «αρκούδα» Σμιρνόφ, σαν σύμβολο της διαχρονικής μάχης μεταξύ των δύο φύλων. Στο τέλος, βέβαια, αντί για σφαίρες εξαπολύονται τα βέλη του ανίκητου έρωτα.

Ο σκηνοθέτης Βασίλι Μπάρχατοφ είχε πλάνο και διάθεση να το εφαρμόσει. Η στολή του μοτοσικλετιστή έδωσε μια σύγχρονη διάσταση του εριστικού, κυκλοθυμικού και μίζερου γαιοκτήμονα. Ο έμπειρος βαρύτονος Πάβελ Μπικόφ σκιαγράφησε ανάγλυφα το πορτρέτο του Σμιρνόφ, που χάνει σταδιακά την αυτοκυριαρχία του και σκληραίνει τους τόνους καθώς τον πνίγει το δίκιο και κατόπιν το πάθος. Η Ντάρια Νταβίντοβα εξαρχής παραπέμπει περισσότερο σε εύθυμη χήρα. Σαν να λείπει η κλιμακούμενη επαναφορά από το βαρύ πένθος στη φωτεινή πλευρά. Ωστόσο, οι μεσόφωνες νότες της διατηρούν μια μεταλλική περηφάνια που υποδηλοί αποφασιστικότητα. Κι ο μπάσος Αρτέμ Μπορισένκο αποδίδει επαρκώς το λυρικό βάθος του χαρακτήρα του υπηρέτη ως «φωνή λογικής», αν και με μια αποστασιοποιημένη ελαφρότητα. 

Η Φιλαρμονική Ορχήστρα Κύπρου υπό τον Γιάννη Χατζηλοΐζου έκανε αξιοπρεπή δουλειά, όμως έχω την αίσθηση ότι ο ορχηστρικός ήχος έπρεπε να ακούγεται πιο κρυστάλλινος, να διακρίνεται κάθε λεπτομέρεια των οργάνων σε πλήρη συνάρτηση με την ταραχώδη μουσική και τους μονωδούς.