Μάριος Ταραμίδης, Νυχτερινοί Περίπατοι, Εκδόσεις Δωδώνη.

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Μάριου Ταραμίδη με τον αλληγορικής αμφισημίας τίτλο «Προς τα Έξω»(1995) και η δεύτερη, βραβευμένη με το κρατικό βραβείο ποίησης, υπό την έντιτλη συντομογραφία «Υ.Γ.»(1999) και σε αντιστικτική συνομιλία των ποιημάτων με τους ασπρόμαυρους συμβολισμούς των σχεδίων τού Ανδρέα Νικολάου, συνθέτουν το προανάκρουσμα της τρίτης πρόσφατης συγκομιδής του από τις εκδόσεις Δωδώνη. Αν, ωστόσο, οι δύο προηγούμενες τού «ταπεινού σιγαστήρα», όπως αναφέρει ο ίδιος στο αυτοσαρκαστικό του αυτοβιογραφικό σημείωμα, έχουν  προκαλέσει εκπυρσοκρότηση ζωηρής απήχησης, οι «Νυχτερινοί Περίπατοι» μέσα από ένα ανανεωμένο οπλοστάσιο ωριμότερης ποιητικής σκευής αποτυπώνουν εντονότερα τα ίχνη στην περισυλλογή της συνοδοιπορίας με τα φθογγόσημα της εύηχης σιγής. Αυτής που μοιράζονται οι μυημένοι στα άδυτα των ατέρμονων περιπλανήσεων και σε ανοικτούς ορίζοντες επίμονων υπαρξιακών αναζητήσεων.

Την κεντρική αίσθηση της τωρινής ποίησης του Ταραμίδη στις θεματικές της συνιστώσες αποδίδει η καλλιτεχνική του φωτογραφία  στο εξώφυλλο, όπου θολές ανθρώπινες φιγούρες «νυκτοπερπατούν» σε γέφυρα, που ενώνει τα χρώματα και τους αντικατοπτρισμούς τους ανάμεσα στη γη, τον ουρανό και τη θάλασσα. Ενδεικτικοί οι στίχοι από το δεύτερο και τρίτο ποίημα της συλλογής: «Σπίτι μου το μπλε της θάλασσας και τ’ ουρανού,/που σμίγουν κάπου κει, κάτω, στην Αλήθεια» και «Τούτη η Πανσέληνος/κάνει τη βόλτα της απόψε/και μας ενώνει όλους/–εμάς που νυκτοπερπατούμε–/στο μυστικιστικό της ταξίδι,/σε ένα μέλλον που κάποτε/θα είναι ιστορία…».

Εντούτοις, την «Αλήθεια» και την «ιστορία» του «ταξιδιού» συνυφαίνει ο ποιητής με τη «Νιότη» του πρώτου ομώνυμου ποιήματος, εκφράζοντας την πικρή διαπίστωση της ανεπίστροφης φυγής της σε σχήμα επαναφοράς: «Δεν υπάρχουν λιμάνια με τα χρώματα των ονείρων μας,[…]Δεν υπάρχουν λιμάνια με τον ήχο των ονείρων μας,[…]Δεν υπάρχουν λιμάνια με το άγγιγμα του λίβα». Παρότι στο ποίημα «Φοιτητικές Αναζητήσεις» ανασυγκροτεί νοερά «τη Νιότη», ολάκερη κι ατόφια, με τα χαρούμενα και τα αλγεινά της βιώματα, αναπολώντας νεανικές σκηνές και αλησμόνητα στιγμιότυπα των φοιτητικών χρόνων σε μιαν επίσκεψη στο Φριμβούργο της Γερμανίας τον Αύγουστο του 2014, σύμφωνα με τη χωροχρονική υποσημείωση, που πλην των δύο ολιγόστιχων ακροτελεύτιων, ειλημμένων από το «Υ.Γ.», επιστεγάζει αναλόγως όλα τα ποιήματα με αφιέρωση ενίοτε σε αγαπημένα πρόσωπα. Αντιγράφω την πρώτη στροφή του ποιήματος, που επαναλαμβάνεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Νιώθω./Το νιώθω που είμαι./Τούτο που άφηκα το βρήκα,/αμόλυντο, νεανικό./Και τέτοιο μένει στην ψυχή και την κουρδίζει,/που άδεια σέρνεται στα απάτητα της μέσης ηλικίας».

Μια μικρή ενότητα σε έκταση αλλά μεγάλη σε εντεινόμενους συνειδησιακούς κραδασμούς στοιχειοθετούν τα ποιήματα, που αναπλάθουν τα δεινά της πατρίδας, της Ρωμιοσύνης και της Ορθοδοξίας, όπως και της πολιτισμικής αλλοτρίωσης της Μεσογείου, του ζωτικού γεωπολιτικού μας χώρου. Την οδύνη, τον σπαραγμό και την οργή, τον προβληματισμό και τα αφυπνιστικά του μηνύματα μάς μεταγγίζει εδώ ο Ταραμίδης με τη δική του ποιητική πρόσληψη. Σε δύο ποιήματα, κατ’ αρχήν, εμπνευσμένα από τον περιώνυμο Βυζαντινό Ναό της Χριστιανοσύνης, που επιγράφει «Πατριωτισμός» και «Αγιά Σοφιά», υπομιμνήσει αντιστοίχως: «Πατριωτισμός δεν είναι/να μην πας Αγιά Σοφιά/επειδή την έχουν άλλοι,/παρά μπαίνοντας να σταυροκοπηθείς,/σαν να μην την έχασες ποτέ…». «Σιωπηλή, σοβατισμένη Ορθοδοξία./[…]/Κι οι ηλιαχτίδες που πασχίζουν να περάσουν/από τον θόλο/στην παχύρρευστη αιώνια σκιά του χώρου». Ενώ αλλού στηλιτεύει την προδοσία της δικής του πατρίδας, τη λήθη και την τραγωδία των δεινών της, χωρίς να παραλείπει της γειτονικής Συρίας τα πάθη και τη φρίκη. Κατακραυγή και ολοφυρμός οι στίχοι: «Ξύπνησαν τα ανεκπλήρωτα μιας “πατρίδας” που δεν ήταν,/μα σαν Κίρκη ροκανίζει τον χρόνο/και εξαγοράζοντας στιγμές/σέρνει τον κάθε Οδυσσέα της στη λήθη»(«Κάπου στο Λονδίνο»). «Και ο απηλιώτης δεν κουβαλά/τη μυρουδιά του αλατιού της,/παρά της ψημένης σάρκας,/του μπαρουτιού/και της νεκρής Παλμύρας»(«Μεσόγειος»).

Μια άλλη τριάδα ποιημάτων, που τιτλοφορούνται «Άγιο Όρος», «Ανάσταση» και «Μεγάλη Παρασκευή», παραπέμπει στην κατάνυξη της προσευχής, καθώς και στην αλληγορική διάσταση της μεταφυσικής πίστης, στην αθανασία της ψυχής και την ελπίδα της αιωνιότητας.  

Ο ποιητής, ωστόσο, δεν παύει να φιλοσοφεί και ν’ αναστοχάζεται μπροστά στην ψευδαίσθηση ή την παροδικότητα της ευτυχίας και την τραγική μοίρα του ανθρώπου, τη ματαίωση και τη ληξιπρόθεσμη διάρκεια της ζωής. Πονεί ακόμη, υπερβαίνοντας τον πόνο με αισθήματα χαρμολύπης μέσα από τις τρυφερές αναμνήσεις και τις νοσταλγικές θύμησες μιας άλλης συνοδοιπορίας με τον μελλοθάνατο πατέρα του και τη συμφιλίωση με το τέλος του. Σε συμβολική διάταξη αντίστροφης μέτρησης στις προτελευταίες σελίδες της συλλογής το τρίπτυχο από το ποίημα «Φευγιό ΙΙΙ» και τα ποιητικά πεζά «Φευγιό ΙΙ» και «Φευγιό Ι». Στη μνήμη ενός σπουδαίου πατέρα, που απαθανατίζει με την ποιητική του σύνθεση ένας άξιος γιος, σταχυολογούμε κατά σειράν: «Μια εκπνοή/που πόνεσε και δάκρυσε/που αγάπησε και έδωσε/και νοιάστηκε και πήγε». «Ένιωσα το μπράτσο του πατέρα στο δικό μου. Είχε σκοντάψει και αρπάκτηκε. Μου χαμογέλασε συγγνώμη…». «Τούτο το ζαρωμένο χέρι ήταν που κάποτε καρφώθηκε στον ορίζοντα, δείχνοντας ένα βουνό που το ’λεγαν Πενταδάκτυλο».

Πέραν όμως από τους λειμώνες της πατρογονικής αθανασίας, τα ταξίδια και τις ανατάσεις του Μάριου Ταραμίδη, είναι και άλλα τοπία των «Νυχτερινών Περιπάτων» του, που δεν προλάβαμε να περιδιαβάσουμε…