«Με το ίδιο μέτρο» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ σε σκηνοθεσία Μαγδαλένας Ζήρα. 
 
Το να επιχειρείς να ανεβάσεις Σαίξπηρ στην Κύπρο χωρίς τις πλάτες του κρατικού θεάτρου ή μια γερή οικονομική επιχορήγηση, αγγίζει τα όρια της ύβρεως. Όμως το θέατρο, όπως και η ζωή, θέλει θράσος. Να παίρνεις φόρα και να κουτουλάς στον τοίχο. Ακόμη και μια μικρή ραγισματιά, κέρδος είναι. Υπό την προϋπόθεση, πάντα, ότι θα πας διαβασμένος, αποφασισμένος και με ξεκάθαρο όραμα. Έτσι κι αλλιώς, αν το σκεφτεί κανείς, η ενασχόληση με οποιοδήποτε από τα μεγάλα κλασικά έργα, όπως και το αρχαίο δράμα, ενέχει μια γερή δόση ύβρεως. Η Μαγδαλένα Ζήρα δεν χύμηξε στον τοίχο με άγνοια κινδύνου. Προβληματίστηκε για καιρό, έστυψε το μυαλό, μέτρησε τα κουκιά, έστησε ένα πλάνο καλλιτεχνικά φιλόδοξο και τεχνικά μετριοπαθές, είχε όραμα, κατέληξε στον κατάλληλο χώρο κι ύστερα πήρε φόρα.
 
Στον σαιξπηρικό κανόνα, το «Με το ίδιο μέτρο» συγκαταλέγεται στην τριάδα των λεγόμενων «προβληματικών έργων» (problem-plays) μαζί με τα «Τέλος καλό όλα καλά» και «Τρωίλος και Χρυσηίδα». Ο χαρακτηρισμός αποδόθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και αφορά αφενός στη διαχείριση ενός «καυτού» σύγχρονου κοινωνικού προβλήματος και αφετέρου στην αξεδιάλυτη ταλάντευση μεταξύ του τραγικού και του κωμικού υλικού. Σήμερα, δεν θα είχαμε πρόβλημα να το κατατάξουμε στην κατηγορία της μαύρης πολιτικής κωμωδίας.
 
Ο… Σαιξπήρος, βαθιά επηρεασμένος από την ελληνική τραγωδία, χρησιμοποιεί το ευαγγελικό «μη κρίνετε ίνα μη κριθήτε» ακριβώς για να κρίνει και να επικρίνει την ανθρώπινη φύση και κρίση κι ένα παραπάνω την εξουσία και την ικανότητα κρίσης της. Στη βάση και τον περίγυρο της υπόθεσής του, όμως, δεν είναι μόνο μια εξουσία που καταντά ή αποδεικνύεται διεφθαρμένη αλλά κι ο αντικατοπτρισμός μιας κοινωνίας σαθρής, ανήθικης, παραδόπιστης και υποκριτικά πουριτανικής. Αν όλα αυτά σας θυμίζουν κάτι, ουδόλως θα αμφισβητείτε την επικαιρότητα του έργου. Χαρακτηριστικό του κειμένου επίσης είναι ότι η πλειοψηφία των κύριων χαρακτήρων τίθενται σε κάποια δοκιμασία και χρειάζεται να μεταμφιεστούν ή να υποκριθούν.
 
Στην παράσταση του Φανταστικού Θεάτρου η λέξη- κλειδί είναι το μέτρο. Μεγάλο ατού αποδείχτηκε η μετάφραση του Βάιου Λιαπή που συμβάλει καθοριστικά σ’ έναν προσεκτικό μετριασμό της λυρικότητας του σαιξπηρικού λόγου, αλλά και σ’ έναν σταθερό δραματικό ρυθμό που δεν κουράζει και διατηρεί άσβεστο το ενδιαφέρον για την πλοκή. Η ευπλαστότητα του σαιξπηρικού κειμένου συναντά ένα είδος «συνεπούς αναρχίας» που ευνοεί το τυχαίο και το ανατρεπτικό.
 
Αν ο λόγος είναι ο ένας πυλώνας, ο έτερος είναι ξεκάθαρα ο χώρος. Η αίθουσα εκδηλώσεων του Ιδρύματος Μακαρίου Γ’, με τους πολυελαίους, τον παχύ τάπητα, τα δερμάτινα καθίσματα και τους μεγάλους πίνακες της πινακοθήκης, δεν εξυπηρέτησε απλώς τον στόχο της δημιουργίας ενός θρησκευτικού και ιεραρχικού χώρου: η ίδια η κεντρική ιδέα έμοιαζε να ξεπήδησε από εκεί. Φρονώ ότι αυτό λειτούργησε θετικά και αρνητικά. Η ατμόσφαιρα που επιθυμούσε η σκηνοθέτις εξασφαλίζεται, όμως το άπλωμα της παράστασης σε όλη την αίθουσα και η υπερβολική οπτική «κυριολεξία» αποπροσανατόλιζε το βλέμμα του θεατή και τον εγκλιματισμό του με την αισθητική πυξίδα της πρότασης. Ο άξονας κλίνει κάπως βαριά, κατά τη γνώμη μου, προς την κεντρική ιδέα της διασύνδεσης της υπόθεσης με τα σύγχρονα κινήματα αστικής ανυπακοής και φεμινιστικού ακτιβισμού, τον δίκαιο συσσωρευμένο γυναικείο θυμό, τη σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας.
Η Μαγδαλένα Ζήρα δεν δυσκολεύτηκε να πιάσει τον παλμό του έργου και τον δυναμισμό της δραματουργίας του Σαίξπηρ, αλλά άφησε –για το δικό μου τουλάχιστον μυαλό- ατεκμηρίωτες κάποιες ιδέες κι ανοιχτές κάποιες παρενθέσεις. Το παιχνίδι με τα φύλα, όπως εκφράστηκε με τον Λεύκιο να ερμηνεύεται από γυναίκα (Έλενα Καλλινίκου) ήταν επιφανειακό και ατελές. Το δε πρωταγωνιστικό δίδυμο των Φώτη Καράλη και Μυρτώς Κουγιάλη, ως Άγγελου και Ισαβέλλας αντίστοιχα, έδινε την αίσθηση μιας εκούσιας αντιστροφής ρόλων.
 
Γενικότερα, έγινε μια επιλογή ικανότατων ηθοποιών, αλλά από διαφορετικές θεατρικές «φυλές», αποτέλεσμα της οποίας ήταν και μια έλλειψη χημείας στον θίασο. Ίσως όμως κι αυτή η ανομοιογένεια να ήταν μέρος της συνταγής.