Η «Αστροφεγγιά» του I.M. Παναγιωτόπουλου σε σκηνοθεσία Σπύρου Αντωνέλλου.
Στην τέχνη του θεάτρου ο καλλιτέχνης σχεδόν πάντοτε κερδίζει περισσότερα από τον κοινωνό του, τον θεατή. Και δεν το εννοώ φυσικά υπό την έννοια ότι ο ένας πληρώνει κι ο άλλος αμείβεται. Εννοώ ότι έχει την ευκαιρία να εντρυφήσει στο κείμενο, να το μελετήσει από πολλές πιθανές σκοπιές, να το παρακολουθήσει επισταμένα να διδάσκεται και να χτίζεται λέξη- λέξη, βήμα- βήμα στο σανίδι. Είναι από τα τυχερά της δουλειάς.
Στην τέχνη του θεάτρου ο καλλιτέχνης σχεδόν πάντοτε κερδίζει περισσότερα από τον κοινωνό του, τον θεατή. Και δεν το εννοώ φυσικά υπό την έννοια ότι ο ένας πληρώνει κι ο άλλος αμείβεται. Εννοώ ότι έχει την ευκαιρία να εντρυφήσει στο κείμενο, να το μελετήσει από πολλές πιθανές σκοπιές, να το παρακολουθήσει επισταμένα να διδάσκεται και να χτίζεται λέξη- λέξη, βήμα- βήμα στο σανίδι. Είναι από τα τυχερά της δουλειάς.
Προσωπικά, απολαμβάνω πολύ παραστάσεις που οι συντελεστές παίζουν σαν να είναι ήδη κερδισμένοι, απελευθερωμένοι από το βάρος της επιτυχίας, σαν να έχουν να χάσουν μόνο τις αλυσίδες τους. Ή σαν να συμμετέχουν στο επιστέγασμα ενός απαιτητικού, πολύμηνου εκπαιδευτικού σεμιναρίου. Ίσως το γεγονός ότι η παραγωγή του Θεάτρου Κράμα με την «Αστροφεγγιά» του Ιωάννη Μ. Παναγιωτόπουλου δεν έτυχε της στοιχειώδους οικονομικής στήριξης που χρειάζεται μια πολυπρόσωπη επαγγελματική παραγωγή, να δημιούργησε τις συνθήκες μιας πιο πεισματικής και πιο «ακαδημαϊκής» προσήλωσης. Ή μιας διαδικασίας που προσομοιάζει με περιπτωσιολογική μελέτη. Χωρίς –για να μην παρεξηγηθώ- να εννοώ ότι συνιστά και… ευλογία η απουσία επιχορήγησης, αλλά ούτε κι ότι πρόκειται για μια φοιτητικής χροιάς πρόταση.
Όπως και να το κάνουμε, είναι ευχάριστο να βλέπεις νέα παιδιά να παίζουν με το μαχαίρι στα δόντια και σχεδόν ν’ ακούς τα όριά τους ν’ ανοίγουν, να οσμίζεσαι την υπέρβαση να συντελείται. Ο Σπύρος Αντωνέλλος επένδυσε στα νιάτα γιατί δεν είχε άλλη επιλογή, αλλά και ίσως γιατί αναλογίστηκε ότι το κείμενο αυτό αφορά έτσι κι αλλιώς τη νέα γενιά και τις αγωνίες της, είναι βιωματικό και βιωματικά προορίζεται να αντιμετωπιστεί.
Χρονολογικά, η υπόθεση αφορά τη διαδικασία ωρίμανσης μιας παρέας εφήβων κατά την περίοδο μεταξύ του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Μικρασιατικής Καταστροφής. Το μυθιστόρημα πρωτοεκδόθηκε το 1945, τελειοποιήθηκε το 1971, γνώρισε συνολικά εννιά επανεκδόσεις (η τελευταία το 2002), όμως είχε μεγάλο ρεύμα τη δεκαετία του ’80 με την ευκαιρία της τηλεοπτικής του μεταφοράς σε διασκευή Βαγγέλη Γκούφα και σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου. Κι αν κατόρθωσε ν’ αγγίξει τον παλμό των νέων της εποχής της μεταπολιτευτικής ανεμελιάς, των έντονων παθών, των αναζητήσεων, των προσδοκιών για ευημερία και των ιδεολογικών μεταστροφών δεν θα έβρισκε τρόπο να συνομιλήσει απευθείας με τη δική μας;
Για την ακρίβεια, είναι ένα κλασικό έργο που μιλάει για κάθε εποχή. Ευτυχώς ή δυστυχώς. Διότι ο Παναγιωτόπουλος, ως μέγας παιδαγωγός, αξιοποιώντας το συγκεκριμένο μακροϊστορικό πλαίσιο και μιλώντας για τη δική του εμπειρία ενηλικίωσης, σκιαγραφούσε τη διαχρονική αγωνία των νέων για διεκδίκηση θέσης σε μια κοινωνία γεμάτη ανισότητες. Και την απαράλλαχτη από γενιά σε γενιά αντικομφορμιστική ροπή για αναζήτηση ταυτότητας, οραμάτων και νοημάτων, για άγρα ελπίδων που είναι καταδικασμένες να διαψευστούν.
Αυτή η οικτρή διάψευση είναι άφευκτη, όχι όμως και η παραδοχή της ήττας. Το μυθιστόρημα δεν είναι πεσιμιστικό γιατί κρύβει τον σπόρο του αύριο, την κινητήριο δύναμη της ζωής, που είναι η αέναη αναγέννηση αυτής της ελπίδας μέσα από τις στάχτες της. Το έργο δεν αφορά μόνο τους δοκιμαζόμενους νέους, αλλά μια ολόκληρη κοινωνία που έχει ανάγκη να αφουγκραστεί τους χτύπους της καρδιάς σε ηλικία διάπλασης, να κατανοήσει ή καλύτερα να θυμηθεί όσα απασχολούν και ταλανίζουν τον άνθρωπο στο κρίσιμο και μεταβατικό αυτό στάδιο της ζωής του που καθορίζει και την υπόλοιπη.
Ο Αντωνέλλος με πλήρες αίσθημα ευθύνης εργάστηκε πάνω στη διασκευή, αλλά και πάνω στη διδασκαλία του έργου με την υποκριτική ομάδα. Δεν είχε σκοπό να εφαρμόσει επικίνδυνα τρικ και επιθετικές σκηνοθετικές ιδέες, καθώς το ρίσκο ήταν ήδη πολύ μεγάλο και απαιτούνταν προσοχή και συγκέντρωση για να υπερασπιστούν όλοι μαζί αυτή την παιδαγωγικά ευαίσθητη επιλογή.
Με πυξίδα την ψυχογνωστική ευχέρεια του συγγραφέα, οι ηθοποιοί παίζουν βιωματικά και αποδίδουν τα απαιτούμενα με εξέχουσα αυταπάρνηση κι ένα αξιοσημείωτο ομαδικό πνεύμα. Η παράσταση λειτουργεί ως ενιαίος οργανισμός. Αναπόφευκτα ξεχωρίζει η εργασία του Αλέξανδρου Μαρτίδη στον ρόλο του κεντρικού ήρωα, Άγγελου Γιαννούζη, όμως από ένα σημείο και μετά οι ανάγλυφα πλασμένοι χαρακτήρες δεν αποκολλούνται, δεν αυτονομούνται, μοιάζουν ο ένας σαν μια πτυχή της προσωπικότητας του άλλου. Αυτό ίσως να μπορεί να εκληφθεί και αρνητικά, αλλά όχι όταν μιλάμε για το ύφος και τους στόχους του συγκεκριμένου εγχειρήματος.
savvinides@phileleftheros.com