Γιώργος Μολέσκης: «Όταν ο ήλιος μπήκε στο δωμάτιο», εκδόσεις Βακχικόν 2018.
Τα πλείστα διηγήματα του Γιώργου Μολέσκη έχουν φιλοσοφικό υπόβαθρο, διαπνέονται από την προβληματική των υπαρξιακών αναζητήσεων και συνάμα διακρίνονται από μια πηγαία και ατόφια ποιητική διάσταση. Όλα δε έχουν στέρεα θεμέλια στις ρίζες της αυτοβιογραφίας. Ελαύνονται από διαφορετικά ερεθίσματα, από διαφορετικές εποχές, διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, έχουν όμως όλα στο επίκεντρο τους τον άνθρωπο, ως κοινωνικό αλλά κυρίως ως πνευματικό ον. Η βασική θεματική αλλά και αισθητική κατηγορία που διαπερνά όλο το βιβλίο, έχω τη γνώμη πως είναι ο ουμανισμός στην ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου.
Αρκετά από τα διηγήματα του Γ.Μ. θα μπορούσαν κάλλιστα να αποδοθούν στον ποιητικό, παρά στον πεζό λόγο. Ακόμη κι όταν ο Γ.Μ. πεζογραφεί, έχω την αίσθηση πως ο ποιητής Μολέσκης χώνει το πρόσωπο του μέσα στο δωμάτιο. Αυτό θα έλεγα, κάνοντας κι ένα λογοπαίγνιο με τον τίτλο του βιβλίου. Πχ στο διήγημα «Όταν σταμάτησε ο χρόνος» (σελ.9-14) θεματοποιείται η ιδέα της αιώνιας νεότητας που θέλγει τους λογοτέχνες, και όχι μόνον αυτούς, ανά τους αιώνες. Αυτή η ιδέα υμνείται εδώ με συγκίνηση, δέος, ιδιαίτερη τρυφεράδα και ποιητική παραστατικότητα.
Σημαντικό μερίδιο στα θεματικές του Γ.Μ. καταλαμβάνουν η ζωή και ο θάνατος. Αυτό, κατά κύριο λόγο, συμβαίνει σε τρία διηγήματα. Τα παραθέτω με τη σειρά που εμφανίζονται στο βιβλίο: α) «Παρατηρητής σε ξένη κηδεία», (σελ. 29-32) β) «Μια κηδεία στο χωριό» (σελ. 33-36) και γ) «Βρέχει… αλλά εγώ θα πεθάνω». (σελ. 37-42) Συχνά ο συγγραφέας λειτουργεί και ως παρατηρητής – σχολιαστής, αμέτοχος στα δρώμενα που λαμβάνουν χώρα δίπλα του ή μπροστά του. Αλλά πάντα πραγματεύεται τις μεγάλες φιλοσοφικές κατηγορίες. Στο πρώτο διήγημα, με αφορμή την τυχαία παρουσία του σε μια κηδεία και τα ερωτικά φιλιά που αντάλλαξαν δυο ζευγάρια μετά το πέρας της τελετής, ο Γ.Μ. μιλά για τη ζωή και το θάνατο και προπαντός για το τι είναι αυτό που μπορεί να ακυρώσει τον τελευταίο.

Η νηφαλιότητα της προσέγγισης του προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη διαφάνεια στη σκέψη του. Ομόθεμο «εξωτερικά» αλλά και «εσωτερικά» είναι το δεύτερο διήγημα όπου ο συγγραφέας επίσης πραγματεύεται εκ νέου την ακύρωση του θανάτου. Και το πράττει με ζέση και τρυφεράδα, αναζητώντας διεξόδους συνειδησιακά λυτρωτικές. Στο τρίτο διήγημα, επίσης, θεματοποιούνται η ζωή, ο θάνατος και το βαθύτερο νόημα τους. Εδώ η ασταμάτητη βροχή, ως οπτικό και ηχητικό φόντο με τον ιδιαίτερο συμβολισμό που εμπερικλείει, σηματοδοτεί τη συνέχεια της ζωής. Ο Γ.Μ. αντικρίζει το θάνατο με στωικότητα, αλλά και υπερβατική, φιλοσοφική διάθεση. Θλίβεται μεν αλλά δεν συνθλίβεται και, επιστρατεύοντας τη διαλεκτική, προχωρά.
Σε ένα από τα πιο αξιόλογα διηγήματα της συλλογής στο «Ο φίλος μου ο Σεργκέι» (σελ. 49-75) θεματικό επίκεντρο αποτελούν οι τύψεις του συγγραφέα, ότι, ενώ μπορούσε να δει τον Ρώσο επιστήθιο φίλο του, την τελευταία στιγμή δεν το έπραξε, και αυτός, στο μεταξύ, απεβίωσε. Κι αυτή η «αμέλεια» δεν μπορεί να διορθωθεί με τίποτε. Αυτές οι τύψεις τον παρακινούν να γράψει το πιο εκτενές κι ενδεχομένως το πιο ολοκληρωμένο διήγημα στο βιβλίο, όπου, με τη μέθοδο του φλάσμπακ, αναπαρίσταται η σοβιετική πραγματικότητα της δεκαετίας του’ 70, που είναι τα φοιτητικά χρόνια του Γ.Μ. στη Μόσχα. Και αναπαρίσταται με πληρότητα, ειλικρίνεια και χωρίς να αποκρύβεται τίποτε κάτω από το χαλί του όποιου ιδεολογικού ή άλλου καθωσπρεπισμού.
Αντιθέτως, όλες οι στρεβλώσεις, όλα τα σαθρά και όλοι οι παραλογισμοί μα και οι ανελευθερίες του σοβιετικού μοντέλου παρελαύνουν μπροστά στον αναγνώστη διάφανα, χωρίς τα όποια ενοχικά σύνδρομα. Με ακρίβεια στις λεπτομέρειες αλλά και αξιομνημόνευτη πιστότητα στο πνεύμα και το κλίμα της εποχής, σκιαγραφείται η δαιδαλώδης πορεία των ανθρώπων στα γρανάζια του συστήματος, η μοίρα των προνομιούχων και των λιγότερο προνομιούχων, η μοίρα των …ευέλικτων και των λιγότερο …ευέλικτων. Με εύσχημο και υπαινικτικό τρόπο, ο συγγραφέας διαμηνύει σαφώς πως η ειλικρίνεια, η αυθεντικότητα και η τιμιότητα δεν αποτελούν πάντοτε προσόντα για έναν άνθρωπο, ενίοτε αποδεικνύονται και «μειονεκτήματα».
Θα ήθελα ωστόσο να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με δυο διηγήματα αφιερωμένα στον παππού και τη γιαγιά του συγγραφέα. Στο πρώτο «Όταν πρωτάκουσα Βασίλη Μιχαηλίδη» (σελ. 102-107) ο Γ.Μ. επιστρέφει στη μεγάλη θεματική δεξαμενή της παιδικής ηλικίας απ’ όπου αντλεί πλουσίους σε γεύσεις, αρώματα, χρώματα και συναισθήματα, χυμούς. θυμάται με συγκίνηση την αναλφάβητη γιαγιά του, που τού απάγγελε από στήθους Βασίλη Μιχαηλίδη. Περιγράφει με δέος το ρίγος που ένιωσε όταν ύστερα από μερικά χρόνια διαπίστωσε σε ποιον ανήκαν οι στίχοι που απάγγελνε η γιαγιά του. Θα χαρακτήριζα το πιο πάνω διήγημα και ως ένα κείμενο πολιτισμικής αυτογνωσίας.
Αναφορικά με το δεύτερο διήγημα «Ο παππούς μου ο αγιογράφος» (σελ. 108-123) θέλω να επισημάνω ότι όπως και στα πλείστα πεζογραφήματά του ο συγγραφέας πραγματεύεται μεγάλες ιδέες και υψηλά νοήματα. Τη ζωή και το θάνατο πρώτα, αλλά και άλλες έννοιες, συναφείς, όπως η συγχώρεση για παράδειγμα. Η συγνώμη και η εξαγνιστική της ισχύς, η λυτρωτική της χάρη είναι το κύριο θεματικό μοτίβο αυτού του διηγήματος, στο οποίο ο Γ.Μ. μιλά με τόση θέρμη και συγκίνηση για τον παππού και τη γιαγιά του, που ύστερα από σαράντα χρόνια, στο λυκόφως του βίου τους, συναντήθηκαν ξανά για να συγχωρήσουν και να συγχωρεθούν.
Συνολικά αποτιμώντας το βιβλίο του Γ.Μ. θα έλεγα ότι αποτελεί μια σημαντική κατάθεση στα λογοτεχνικά και ειδικά στα πεζογραφικά πράγματα του τόπου μας. Και η σημασία αυτής της κατάθεσης έγκειται πρωτίστως στην αυθεντικότητα, την ευθύτητα και την ειλικρίνεια της.