Χρίστος Χατζήπαπας: «Αλλόφυλοι εραστές», εκδόσεις Γκοβόστη 2018
Ο Χρίστος Χατζήπαπας παίρνει τις απλές, καθημερινές ιστορίες του λαού μας, τα τερτίπια, τα ντέρτια, τα παιγνίδια και τα βάσανα που ύφανε η ίδια η ζωή, η βιοπάλη, η συμβίωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, τα ανασυνθέτει και τα αναπαριστά με τέτοιο τρόπο που να εκβάλλουν χειμαρρωδώς, ποταμούς αλτρουισμού, ουμανισμού, αδελφοσύνης, γενναιοψυχίας και ανθρώπινου μεγαλείου.
Η προσέγγιση του συγγραφέα – να υπηρετεί οράματα, ιδανικά, πανανθρώπινες αξίες επιστρατεύοντας την ίδια τη ζωή με τα καθημερινά διδάγματά της – μας είναι γνώριμη από παλιά. Διατρέχει σχεδόν το σύνολο της πεζογραφικής εργασίας του. Κι αυτό συμβαίνει ανεξαρτήτως θεματικής στόχευσης ή μάλλον θεματικού υποστρώματος. Είτε το υπογάστριο έχει κοινωνική υφή, είτε έχει περισσότερο πολιτικό χαρακτήρα, ιστορική προσέγγιση κλπ, εκείνο που πρωτίστως υμνείται και αναδεικνύεται είναι τα οράματα, οι αρχές, οι αξίες και τα ιδανικά. Αυτό βέβαια δεν υλοποιείται ποτέ μεγαλόστομα, διακηρυκτικά ή συνθηματολογικά, αλλά με πραγματολογικές και πραγματιστικές διεισδύσεις στην ίδια τη ζωή και τις περίεργες, πολλές φορές αλλόκοτες, στροφές που παίρνει.
Αυτό γινόταν πάντα στο πεζογραφικό έργο του Χρ. Χ. Αυτό γίνεται και τώρα με τη συλλογή διηγημάτων «Αλλόφυλοι εραστές» όπου μάλλον υπερισχύει το ερωτικής υφής υπογάστριο. Γι’ αυτό και οι έρωτες είναι αλλόφυλοι, υπερβατικοί, γεμάτοι αυταπάρνηση και αυτοθυσία. Πιο ενδεικτικό παράδειγμα από όλα το πρώτο διήγημα της συλλογής, απ’ όπου πήρε τον τίτλο του και ολόκληρο το βιβλίο. Οι έρωτες που καταγράφει ο Χρ. Χ. είναι χωμάτινοι, γήινοι, αληθινοί, γεμάτοι σάρκα και πάθος, ορμές και γενετήσια ένστικτα. Αυτό συμβαίνει με τη σχέση του Δημήτρη και της Αντιλέ, αυτό συμβαίνει με τον ορμητικό, τον πεισματάρικο και παράτολμο έρωτα του Παντελή και της Ντενίζ. «Τα πάντα ήταν ώριμα μέσα τους. Το ίδιο της το κορμί, γινωμένο, τον έκλεισε ολοκληρωτικά μέσα του. Έτοιμοι οι δυο να πεθάνουν στη στιγμή, γι’ αυτό που ζούσαν. Τους έφτανε». (σελ. 16)

Από την άλλη, ο συγγραφέας, μεθοδικά και συγκροτημένα, με στρατηγική στόχευση, αποδομεί και απομυθοποιεί τον όποιο εθνικό μεγαλοϊδεατισμό και των δυο κοινοτήτων, απογυμνώνει και εξαρθρώνει – με τη δύναμη της λογικής που η ίδια η ζωή καταγράφει – τις υπερφίαλες και συνάμα αυτοκαταστροφικές εθνικιστικές προσεγγίσεις ανάμεσα στους Ε/κ, αλλά και ανάμεσα στους Τ/κ. Αναδεικνύει ήρωες που ο πατριωτισμός τους υπερσκελίζει την όποια εθνική διαφορά, που ο ανθρωπισμός τους υπερβαίνει την όποια κοινοτική διάσταση. Αυτό συμβαίνει στο διήγημα: «Στα καλυβάτζια» (σελ. 33-46) Ο Χρ. Χ. με καυστικό χιούμορ, σκωπτική διάθεση και ανηλεή σαρκασμό προβάλει τη φαιδρότητα των παραδοξοτήτων που ζούμε στο νησί μας. Πχ η νεαρή εργάτρια Αϊσέ, που δεν μιλούσε παρά μόνο ελληνικά, τόσο η ίδια όσο και οι γονείς της, αλλά θεωρούσε τον εαυτό της Τούρκισσα και μουσουλμάνα: «Παρά να με βαφτίσετε και να με κάμετε χρισκιανήν, καλλύττερα να με σκοτώσετε τζαι να με θάψετε μεσ’ στούν τολ λούκκον, που σγάφφω». (σελ. 40)
Στο ίδιο διήγημα, μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, ο Χρ. Χ. βάζει ένα Τ/κ στέλεχος της ΤΜΤ, τον Μουράτ, κι ένα Ε/κ στέλεχος της ΕΟΚΑ Β΄, τον Παναγιώτη, να συναντιούνται και να συνομιλούν. Στο τέλος μονολογούν και οι δυο: «Γελαστήκαμε, Μουράτ, μας ξεγέλασαν!» «Bok ettik! Ι-σκατά τα κάναμε!» (σελ. 46)
Το διήγημα: «Τα αγαπημένα σκυλιά του Κουτλού Ανταλί» (σελ. 47-58) θα το χαρακτήριζα ίσως ως το πιο αντικατοχικό σε όλη τη συλλογή. Είναι ένα διήγημα που έχει τη σπιρτάδα και την αμεσότητα του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ, με παραθέματα από τον τ/κ Τύπο τις ημέρες που διαπράχθηκε η δολοφονία του Ανταλί. Ένα διήγημα εμποτισμένο και με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, αφού τα σκυλιά του δολοφονηθέντος Τ/κ δημοσιογράφου παρουσιάζονται με διαίσθηση και ένστικτα που υπερβαίνουν τη φύση τους, αλλά και με σχεδόν ανθρώπινη νοημοσύνη. Θα χαρακτήριζα την όλη γραφή που διέπει το συγκεκριμένο διήγημα μάλλον πυρετώδη, αφού είναι εμποτισμένη με συγκινησιακό – συναισθηματικό φόρτο.
Ανάλογου ύφους και τέμπου γραφή απαντάμε και στο διήγημα: «Σαν μια στιγμή στη ζωή» (σελ. 90-102) με παραληρηματική αφήγηση αυτόπτη μάρτυρα και πρωταγωνιστή. Ο ετοιμοθάνατος από καρκίνο ήρωας της ιστορίας θυμάται περιστατικά από τη ζωή του, ανάμιχτα και χωρίς αλληλουχία. Φέρνει στο νου θύμησες από το πραξικόπημα, τις διακοινοτικές ταραχές που προηγήθηκαν, την εισβολή, διάφορα ανδραγαθήματά του. Μια πικρή γεύσης δικαίωσης βιώνει σχεδόν στον επιθανάτιο ρόγχο του, όταν έρχονται να τον ευχαριστήσουν δυο άνθρωποι που έσωσε από πνιγμό όταν ήταν παιδιά. Εδώ καταγράφονται μοίρες σμπαραλιασμένες, όπως η μοίρα του τόπου μας.
Ωστόσο, θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση μ’ ένα διήγημα που θυμίζει τον πρώιμο πεζογράφο Χρ. Χ., με τη μεγάλη έφεση στην κοινωνική ανατομία, στην κοινωνιολογική εντρύφηση. Πρόκειται για το διήγημα: «Δεν πίστευε στον θάνατο» (σελ. 140-155) όπου ο συγγραφέας ψέγει – εμμέσως, υπαινικτικά, αλλά συχνότερα ευθέως και κατάφατσα – τη χρησιμοθηρία, τον καιροσκοπισμό, τον τυχοδιωκτισμό, όπου κι αν ευδοκιμούν αυτές οι παρασιτικές συμπεριφορές. Βεβαίως, γι’ αυτές το έδαφος είναι πιο πρόσφορο στο δημόσιο τομέα και εδώ τις εντοπίζει και ο Χρ. Χ. Με υποδόριο και σκωπτικό χιούμορ, δήθεν αθώους υπαινιγμούς, σκιαγραφείται ο αριβισμός, ο φιλοτομαρισμός αλλά και η υποχονδριακή νοοτροπία ενός ανώτερου δημόσιου λειτουργού, που βεβαίως «μεγαλουργεί» και ως συνταξιοδοτηθείς. Ώσπου, τραγικά ή μάλλον ιλαροτραγικά, τον καταβάλλει το αλτσχάιμερ!
g.frangos@cytanet.com.cy