Νίκος Βραχίμης: Ποιήματα, ευρισκόμενα, εκδόσεις Χρυσοπολίτισσα, 2016.
 
Ο Νίκος Βραχίμης (1914-1961) είναι περισσότερο γνωστός ως πεζογράφος, παρά ως ποιητής. Έτσι η έκδοση του συνόλου των ευρισκομένων ποιημάτων του σε ένα τόμο, το 2016 από τις εκδόσεις Χρυσοπολίτισσα σε επιμέλεια Ρήνας Κατσελλή, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η έκδοση περιλαμβάνει τις τρεις εκδομένες ποιητικές συλλογές του Βραχίμη το 1934, το 1939 και το 1941, καθώς επίσης και μια σειρά από ποιήματα που δημοσιεύτηκαν, κατά καιρούς, στον περιοδικό και τον ημερήσιο Τύπο του τόπου μας. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι μερικά από αυτά δημοσιεύτηκαν μετά θάνατον.
 
Μια ματιά στην εργογραφία του Βραχίμη δείχνει ότι ο ποιητής προηγήθηκε του πεζογράφου. Ο δε τελευταίος ακολούθησε πιο εκσυγχρονιστικές, μοντερνίστηκες φόρμες και προσεγγίσεις απ’ ότι ο πρώτος. Ο ποιητής Βραχίμης, αξιόλογος και αξιομνημόνευτος, υπήρξε πιο κλασικότροπα εγγύς στη γενιά του, την ποιητική γενιά του μεσοπολέμου. Ορθώς πιστεύω κατατάσσεται από την κριτική στη μετασυμβολιστική ποιητική σχολή μαζί με τους Γλαύκο Αλιθέρση, Παύλο Βαλδασερίδη, Ντόριαν Δημητριάδη και άλλους.
 
Οι στίχοι του Βραχίμη είναι νατουραλιστικοί. Και την ιδία ώρα έμπλεοι ρομαντισμού, λυρισμού και συναισθήματος. Τον σαγηνεύουν τα τοπία, η φύση και τα φαινόμενα της. Κυρίως οι νεανικοί του στίχοι – οι ερωτικοί αλλά όχι μόνο αυτοί – είναι άδολοι, γεμάτοι τρυφεράδα και αθωότητα: «Τα μάτια σου με τα δικά μου / στέλλουνε γλυκές αχτίδες / μ’ αόρατο νήμα σμίγουνε οι καρδίες μας / και πέμπουμε τους πόθους μας / ο ένας στον άλλο από μακριά. (σελ. 34)
Ειδικά στην πρώτη του συλλογή, Eldorado 1934, ο Βραχίμης παρουσιάζεται ως ένας τροβαδούρος της ζωής, της χαράς, της νιότης, του έρωτα. Είναι ορμητικός, ενθουσιώδης και με στίχους ολόφωτους. Ιδιαίτερα όταν υμνεί τον έρωτα, την ερωτική προσμονή, την προσδοκία μ’ έναν εξιδανικευτικό ρομαντισμό κι ένα άδολο πάθος, ο ποιητής προβάλλει ευθύς, ειλικρινής, ολόδροσος, θα έλεγα παρθένος, όχι κατ’ ανάγκη με τη σαρκική έννοια, αλλά την ιδεαλιστική: «Αμέτρητο είναι το χρυσό και το μαργαριτάρι / κι ανείπωτο το κόκκινο, το πορφυρό το χρώμα / κι αξέχαστος και άσβεστος στο σώμα ειν’ ο πόθος». (σελ. 52)
 
Στη δεύτερη συλλογή του, «Μεταπτώσεις» 1939, ο Βραχίμης παρουσιάζεται πιο προγραμματικός, πιο επιτελικός ποιητής, με προσεγγίσεις και προβληματισμούς που αγγίζουν περισσότερο ζητήματα ποιητικής και αισθητικής. Πχ στον πρόλογο της συλλογής αγγίζει το αιώνιο ερώτημα του πρωτεύοντος και του δευτερεύοντος στην τέχνη, του σημαινομένου και του σημαίνοντος. Με απλά λόγια, μιλά για τη μορφή, το περιεχόμενο και τη διαλεκτική αλληλοσύνδεσή τους. Η εξελικτική πορεία των λογοτεχνικών πραγμάτων, θα έλεγα ότι μάλλον δικαιώνει τον Βραχίμη: «Η τέχνη για μια τάξη ανθρώπων είναι στολίδι · απαράλλαχτα όπως ένα δαχτυλίδι με διαμάντι – και δικαιολογημένα. Υπάρχει, όμως, μια άλλη τάξη ανθρώπων για τους οποίους, δικαιολογημένα πάλι, η τέχνη είναι σκοπός. Κάποτε θα εκλείψει αυτή η διαφορά». (σελ. 57)
 
Στα ποιήματα αυτής της συλλογής πιστεύω πως ανιχνεύονται και κάποια στοιχεία επίδρασης από τη θεωρία του υπεράνθρωπου του Νίτσε. Αλλού πάλι ο ποιητής εντυπωσιάζει με τον κυνισμό, την ευθύτητα και την αποφθεγματικότητα του: «Η συνήθεια και η κοινότης / σημεία όλων των καιρών / στοιχεία μες στην ουσία της ανθρωπότης / σβήνουνε όλα / το ζώο μένει / πηδά και διαβαίνει». (σελ. 74)
 
Η συλλογή αυτή περιλαμβάνει και μια σειρά από πρόζες, όπως τις ονομάζει ο ποιητής. Πρόκειται για ευσύνοπτα πεζοτράγουδα, μικρά ενσταντανέ και στιγμιότυπα της ζωής γραμμένα με παραστατικότητα, γλαφυρότητα και πληθωρικά συναισθήματα. Εδώ, παρεμπιπτόντως, θα ήθελα να σημειώσω ότι η έφεση του Βραχίμη στην πεζογραφία είναι διάχυτη και πρόδηλη στα ποιήματά του, ακόμα και στα πιο πρώιμα. Αυτό είναι προφανές ελέω περιγραφικότητας, παραστατικότητας, γλαφυρότητας αυτών των ποιημάτων. Και ελέω της προσήλωσης του ποιητή στις λεπτομέρειες των εικόνων, στις πολύ λεπτές εκφάνσεις των συναισθημάτων κλπ.
 
Όμως και οι ποιητικές κατακτήσεις του Βραχίμη δεν είναι λίγες. Πχ με το στίχο «Το δόρυ πρέπει να σταυρώσει τη λύρα» (σελ. 143) ο ποιητής καταγράφει τη στιγμή όπου τέμνονται, όπου εφάπτονται δύο κόσμοι, του πολέμου και της τέχνης, του πολιτισμού και της βαρβαρότητας. Πρόκειται για μια μεγαλειώδη εικόνα στη σύλληψή της, που αποδεικνύει πως δεν ήταν τυχαίο που ο Βραχίμης έγραφε ποίηση. Ενδεχομένως εδώ να βρίσκεται και η μήτρα της μετέπειτα νεωτερικής λογοτεχνικής πορείας που ακολούθησε. Αναπτύσσοντας περαιτέρω το ίδιο θεματικό και υφολογικό μοτίβο, στο ίδιο μακροσκελές ποίημα, καταλήγει: «Προσωπικά προτιμώ τη σιωπή / ή την κλαγγή των όπλων». (σελ. 162) Αυτό είναι ένα εγχείρημα σύγχρονης συμβολιστικής που απαντάται και στην ποίηση των ημερών μας.
 
Καταλήγοντας θέλω για ακόμη μια φορά να σημειώσω ότι το ποιητικό έργο του Βραχίμη δεν είναι λιγότερο σημαντικό από το πεζογραφικό. Εναπόκειται στους μελετητές της λογοτεχνίας μας, σύγχρονους και …επόμενους, να εντρυφήσουν σε αυτό και να αναδείξουν τις αρετές και την αξία του.