«Ολεάννα» του Ντέιβιντ Μάμετ σε σκηνοθεσία Νικόλα Δημητρίου.
«Ολεάννα» είναι ο τίτλος ενός παραδοσιακού νορβηγικού τραγουδιού. Διατηρεί με σκωπτικό τρόπο τη μνήμη της καταδικασμένης απόπειρας για δημιουργία μιας ουτοπικής κοινότητας στις ΗΠΑ του 19ου αιώνα, από Νορβηγούς αποίκους. Ο προφανής λόγος που ο Ντέιβιντ Μάμετ επέλεξε αυτόν τον τίτλο για το συγκεκριμένο έργο είναι η αναφορά στο υπό κατάρρευση όνειρο του ενός εκ των δύο χαρακτήρων, του ακαδημαϊκού Τζον, για προσωπική και επαγγελματική αποκατάσταση.
«Ολεάννα» είναι ο τίτλος ενός παραδοσιακού νορβηγικού τραγουδιού. Διατηρεί με σκωπτικό τρόπο τη μνήμη της καταδικασμένης απόπειρας για δημιουργία μιας ουτοπικής κοινότητας στις ΗΠΑ του 19ου αιώνα, από Νορβηγούς αποίκους. Ο προφανής λόγος που ο Ντέιβιντ Μάμετ επέλεξε αυτόν τον τίτλο για το συγκεκριμένο έργο είναι η αναφορά στο υπό κατάρρευση όνειρο του ενός εκ των δύο χαρακτήρων, του ακαδημαϊκού Τζον, για προσωπική και επαγγελματική αποκατάσταση.
Ο λιγότερο προφανής έχει να κάνει με την χαμένη ουτοπία του δεύτερου χαρακτήρα, της φοιτήτριας Κάρολ, ότι μέσω της εκπαίδευσης θα υπερβεί τα αδιέξοδα του κοινωνικοοικονομικού της στάτους. Αμφότεροι επένδυσαν στα όνειρα αυτά όλες τις ελπίδες και τις δυνάμεις τους και βλέπουν τα πάντα να πηγαίνουν στράφι. Κι όταν ο πρώτος επαναφέρει απότομα τη δεύτερη στη σκληρή πραγματικότητα, εκείνη αποφασίζει να τον πληρώσει με το ίδιο νόμισμα. Έτσι, η καριέρα του καταστρέφεται από τη σημασιολογία, ενώ το μέλλον της υπονομεύεται από τον κυνισμό.
Όμως το έργο αυτό είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένα σχόλιο πάνω στα ματαιωμένα οράματα και την «ουτοπία της πραγματικότητας». Είναι επίσης ένα κοινωνικό πείραμα που αγγίζει θεματικές όπως η πολιτική ορθότητα και η αντιδραστικότητα, οι σχέσεις εξουσίας, η εκπαίδευση, η μάχη των φύλων, το χάσμα των γενεών, η προβληματική ανθρώπινη επικοινωνία. Γράφτηκε το 1992, 25 χρόνια πριν το κίνημα #metoo, σε μια ανάλογη όμως εποχή επέλασης της «πολιτικής ορθότητας», της επιλεκτικής ευαισθησίας και της αυτο-θυματοποίησης, παράλληλα με το δίκαιο και εκτεταμένο ξέσπασμα των γυναικών ενάντια στη σεξουαλική παρενόχληση.
Όσο διαχρονικό και ακόμη αιχμηρότερο φαντάζει το έργο στην εποχή μας, άλλο τόσο έχει απομακρυνθεί από αρκετές από τις αιτιάσεις που διατύπωνε στη δεκαετία του ’90, εστιάζοντας πλέον σε άλλες. Είναι επίκαιρο και μεστό, αλλά υπό διαφορετικό πρίσμα πλέον, ανοίγοντας από τεχνικής απόψεως νέα πεδία προς συζήτηση. Η «Ολεάννα» μοιάζει με πραγματικό ναρκοπέδιο και η μεγάλη δύναμη αυτού του κειμένου έγκειται στο γεγονός ότι λειτουργεί ως καθρέφτης των προθέσεων και των αντιλήψεων του κοινού. Ο θεατής τέμνει προς τις ενδόμυχες σκέψεις και τα απώτερα κίνητρα και των δύο χαρακτήρων, γεγονός που θολώνει το περίβλημα της αντικειμενικής αντίληψης της πραγματικότητας. Είναι ένα εύρημα του Μάμετ για να εμποδίσει εν τέλει τον θεατή να πάρει ξεκάθαρα θέση, ακριβώς επειδή επιδιώκει να τονίσει την παταγώδη αδυναμία των λέξεων και της -υπερεκτιμημένης- επικοινωνίας να γεφυρώσουν δυο διαφορετικές θεωρήσεις του κόσμου.
Σε κάθε περίπτωση, είναι μια εξαιρετική ρεπερτοριακή επιλογή που χρωστάμε στην ομάδα Point To, όσο όμως και απαιτητική. Δεν μπορώ λοιπόν να μην καταθέσω κάποιες ενστάσεις στην προσέγγισή της. Όλο το «παιχνίδι» είναι να μην επιτρέψεις στον θεατή να πάρει ξεκάθαρα θέση. Προφανώς, ο σκηνοθέτης Νικόλας Δημητρίου έχει πάρει. Κι όταν αυτό αποτυπώνεται και στο σανίδι είναι ένα σοβαρό μειονέκτημα. Είναι μεν στις προθέσεις του κειμένου, να είναι διακριτό ότι η Κάρολ διαστρεβλώνει και διογκώνει γεγονότα και πράξεις, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παρουσιάζεται ως απότοκο μιας αψυχολόγητης συμπεριφοράς, στα όρια του παρανοϊκού.
Κατά τη διάρκεια της θέασης, μου δημιουργήθηκε επίσης η εντύπωση ότι ο σκηνοθέτης προσπαθούσε επίτηδες να πάει κόντρα στον ρυθμό του έργου. Λες και προσπαθούσε να υποσκάψει το θριλερικό τέμπο, την εσωτερική ένταση και τη μεταδοτική πίεση των ηρώων. Σε κάθε μία από τις τρεις πράξεις αλλάζουν θέση τα αντικείμενα στη σκηνή σαν να μετακινείται η ματιά στη σκηνή, όμως σ’ αυτό το εύστοχο εύρημα θα έπρεπε να προστεθεί και η εσωτερική μετατόπιση στις επιμέρους πτυχές της αντιπαράθεσης, κάτι που δεν γίνεται. Και οι τελείες μεταξύ των θερμών επεισοδίων μοιάζουν να είναι έντονα εκτυπωμένες, σε αντίθεση με την εναλλαγή των ηνίων του ελέγχου των δύο «μονομάχων» που είναι μάλλον θαμπή.
Στα θερμοκρασιακά σκαμπανεβάσματα συνέτεινε και η αδύναμη χημεία των πρωταγωνιστών, με τον Γεώργιο Ιωσήφ ειδικά να μοιάζει ηλικιακά, εμφανισιακά και –κυρίως- ερμηνευτικά αποστασιοποιημένος από το πνεύμα του ρόλου.