Ο «Ήχος του όπλου», ο «Άγριος σπόρος» και το σύνδρομο της Σταχτοπούτας.
Το ανέβασμα του νεοελληνικού έργου στην Κύπρο είναι μια υπόθεση που χρήζει ειδικής θεατρολογικής μελέτης, όχι μόνο κυπριακού αλλά και ελλαδικού ενδιαφέροντος. Θα το αφήσω αυτό στους ειδήμονες κι ως θεατής θα κάνω την παρατήρηση ότι ειδικότερα τα τελευταία χρόνια έχω δημιουργήσει την αίσθηση ότι πάει να χτιστεί μια σχέση αγάπης- άρνησης, αλλά χωρίς το ερωτικό πάθος που υπήρχε παλιότερα.
Είναι λες και οι σκηνοθέτες, αφού πρώτα ρίξουν κανονικά τις κλεφτές τους ματιές, επιδιώκουν πρώτιστα να αποτάξουν το «σύνδρομο της Σταχτοπούτας» και να ευαγγελίσουν την ψυχολογική απεξάρτηση από τον «πρίγκιπα του παραμυθιού», δηλαδή την Ελλάδα. Ο άγριος σπόρος του φόβου για ανεξαρτησία υποθάλπει άλλωστε την ευθυνοφοβία, την έλλειψη αυτοπεποίθησης και θρέφει μια ευπάθεια σε μιμητισμούς, καθώς και την αδρανοποίηση της ομαλής εξέλιξης. Δεν είναι καθόλου κακό λοιπόν να εκριζωθεί. Οι σχέσεις εξάρτησης είναι κατά κανόνα δυσλειτουργικές.
Από την άλλη, το ελεύθερο θέατρο στην Κύπρο, με το κρατικό να ακολουθεί διακριτικά, δείχνει μια σαφή προτίμηση τα τελευταία χρόνια σε έργα Κυπρίων συγγραφέων κάτι που φυσικά είναι υγιές –παρόλο που ισχύει το παν μέτρον άριστον. Είναι μια τάση καθόλου άσχετη με το σαφές κίνητρο που δίνεται μέσω του σχεδίου επιχορηγήσεων. Όμως, η αντίστοιχη τάση στην Ελλάδα, για εντελώς διαφορετικούς λόγους, και κυρίως η μεγάλη ζήτηση που υπάρχει τα τελευταία χρόνια από το αθηναϊκό κοινό για ρεαλιστικά κυρίως νεοελληνικά έργα που καταπιάνονται με διάφορες εκφάνσεις της σύγχρονης πραγματικότητας, δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη στο νησί, όπου υπάρχει μια σχεδόν ιδιοσυγκρασιακή προδιάθεση για «πετυχημένες συνταγές».
Το γεγονός ότι ο ΘΟΚ και το Θέατρο Σκάλα ανέβασαν το ίδιο διάστημα δύο τέτοια έργα, που αφορούν τη δόμηση του εσωτερικού τοπίου του σύγχρονου νεοέλληνα, είναι αξιοσημείωτο. Ενδεχομένως αυτή η οιονεί αντιδραστική αποστασιοποίηση του Κύπριου σκηνοθέτη να ξένιζε τον εξ Ελλάδος θεατή. Δεν μιλώ ως τέτοιος, καθώς ζω στην Κύπρο εδώ και πάνω από 20 χρόνια κι ως θεατής λογίζομαι περισσότερο… Κύπριος.
Εκτός του ότι ούτως ή άλλως τόσο ο Άδωνις Φλωρίδης, όσο και Ανδρέας Μελέκης απευθύνονται αναπόφευκτα πρώτιστα στο κυπριακό κοινό, αυτή η προσέγγιση που ηθελημένα ή άθελα ομοιάζει με μια διαδικασία ανοικείωσης δίνει μια διαφορετική οπτική γωνία πάνω στο νεοελληνικό έργο, η οποία θα έλεγα ότι είναι άξια παρατήρησης. Κυρίως γιατί αφήνει μπόλικο χώρο στον θεατή για κριτική παρέμβαση πάνω στο πνεύμα του συγγραφέα.
Η Λούλα Αναγνωστάκη έγραψε τον «Ήχο του όπλου» σε μια περίοδο που η Ελλάδα ζούσε στον αστερισμό του παπανδρεϊσμού, εποχή λαϊκισμού, τριτοκοσμισμού, εθνικής αναμυθολόγησης, καφρίλας απροσμέτρητης και αβάσιμων μεν, ανεξέλεγκτων δε προσδοκιών για την καλύτερη Ελλάδα που έρχεται. Ήταν επίσης μια συγκυρία όπου καταστάλλαζαν και παγιώνονταν τάσεις και συμπεριφορές που επικαθόρισαν τη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας. Η ίδια η συγγραφέας ήταν από τους λίγους που ερμήνευσε σωστά τα σημεία των καιρών και προς τα πού πραγματικά πήγαινε το πράγμα. Έτσι, έστησε ένα κλειστοφοβικό πλέγμα δραματουργικών συσχετισμών, ένα πεδίο καθημερινής μάχης γεμάτο συναισθηματικά ακρωτηριασμένους ανθρώπους, εγκλωβισμένους στο τέλμα των επιλογών τους.
Θα χρειαζόταν λοιπόν μεγάλη προσπάθεια να «πνίξει» κάποιος ένα τέτοιο κείμενο κι ο Άδωνις Φλωρίδης δεν είναι σεσημασμένος θεατρικός εγκληματίας. Θα μπορούσα να του προσάψω μόνο μια ελαφρώς υψηλότερη από το απαιτούμενο μελοδραματική χροιά. Κι αυτό παρότι αποφεύγει να αναπλάσει νοσταλγικά και να ανακατασκευάσει καλειδοσκοπικά την εποχή. Πιστεύει στους ηθοποιούς του και εναποθέτει δύο εξαιρετικά περίπλοκους και εύθραυστους ρόλους στα σίγουρα υποκριτικά «χέρια» της Ράνιας Σχίζα και του Γιώργου Αναγιωτού και τον πιο «εμπορικό», αυτόν του Γιαννούκου, στον Ανδρέα Κουτσόφτα. Γενικότερα η παραγωγή ευτυχεί ερμηνευτικά με το κοινό, από την απόσταση που βρίσκεται, να παίρνει μαζί του τους χαρακτήρες φεύγοντας.
Ο Ανδρέας Μελέκης, αφήνοντας το κείμενο να δουλέψει, επίσης διευκολύνει τη δίοδο του θεατή προς τον συγγραφέα. Γνωρίζοντας ότι θα δυσκολευτεί να πετύχει ένα βασικό στοιχείο, τη σφραγίδα της αναγνωρισιμότητας του κεντρικού χαρακτήρα, προσπαθεί να διατηρήσει τουλάχιστον την ισορροπία μεταξύ κωμικού και δραματικού. Χάνει μεν σε ρυθμό και υποκριτική ακρίβεια, αλλά κατορθώνει να περάσει ατόφιο και σαφές το εύστοχο κοινωνικό σχόλιο του Γιάννη Τσίρου.
savvinides@phileleftheros.com