«The Sound Of Music» σε σκηνοθεσία Γκραντ Μέρφι. 
 
Η εισπρακτική επιτυχία της παραγωγής «The Sound Of Music» δεν μπορεί παρά να αντικατοπτρίζει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον -αν όχι τη δίψα- που έχει το κυπριακό κοινό για τέτοιου είδους καλλιτεχνικές προτάσεις. Δηλαδή για τεχνικά άρτιες και ολοκληρωμένες παραγωγές μιούζικαλ, απενοχοποιημένα εμπορικού προσανατολισμού, με αναγνωρισμένους συντελεστές, με ζωντανή ορχήστρα και ξενόφερτο αέρα. Καλύπτεται έτσι ένα κενό και για πολλούς θεατές εκλαμβάνεται ως η δεύτερη καλύτερη –αλλά σαφώς οικονομικότερη- επιλογή από το να πάρουν ένα αεροπλάνο και να βρεθούν στο Γουέστ Εντ και το Μπρόντγουεϊ. Μοιραία και αναπόφευκτα, υπολείπεται κατά πολύ της πρώτης, όμως δεν πρέπει να είμαστε αχάριστοι.
 
Δημιουργήθηκε μια εντύπωση ότι ήταν μια παραγωγή ΑΠΟ το Γουέστ Έντ που έτυχε να περιοδεύει προς τα μέρη μας. Αυτό φυσικά είναι τεχνικά και οικονομικά αδύνατο και για να καλυφθούν τα έξοδα το εισιτήριο θα έπρεπε να κοστίζει ακριβότερα από το να βρεθείς στην Theatreland του Λονδίνου. Μαζί με τα ναύλα. Είναι μια παραγωγή που στήθηκε ΓΙΑ την Κύπρο με επαγγελματισμό, σοβαρότητα και συντελεστές που είχαν εμπειρίες, γνώσεις και παρουσία στο Γουέστ Έντ, αλλά και ισχυρό καλλιτεχνικό κίνητρο. Αυτό το τελευταίο ήταν και το πιο καθοριστικό στοιχείο για το ποιοτικό –για τα κυπριακά δεδομένα- αποτέλεσμα. Οι συντελεστές δεν ήρθαν στο νησί ως κομιστές γλαύκας και δεν αντιμετώπισαν με υπεροψία την επαγγελματική πρόκληση.
 
Με έντονη τη ματιά του πρώην ερμηνευτή, ο σκηνοθέτης Γκραντ Μέρφι αξιοποίησε στην εντέλεια τα υλικά του, αντιμετώπισε ως περιπτωσιολογική μελέτη το εγχείρημα για το βιογραφικό του και δεν δίστασε να φέρει το σκηνικό δρώμενο σε συνεχή και απευθείας διάλογο με τη θρυλική ταινία του Ρόμπερτ Γουάιζ, που αποτελεί σταθερό και σίγουρο σημείο αναφοράς για το απαίδευτο, στην πλειοψηφία του, κοινό. Η διανομή ήταν προσεκτικά επιλεγμένη με βάση περισσότερο την εμφάνιση και τις φωνητικές και χορευτικές ικανότητες των ηθοποιών και λιγότερο τις ερμηνευτικές, γεγονός που μπορούσε εύκολα να καλυφθεί από το γεγονός ότι η μουσική και τα τραγούδια του Ρίτσαρντ Ρότζερς και του Όσκαρ Χάμερσταϊν δεσπόζουν σχεδόν… απολυταρχικά στο έργο.
 
Από τους τρεις βασικούς πρωταγωνιστές η μόνη μπαρουτοκαπνισμένη σε υψηλού επιπέδου παραγωγές στα διασημότερα θέατρα του κόσμου είναι η εξαιρετικά καλλίφωνη Ρεμπέκα Κέιν, η οποία ερμήνευσε κάθε πτυχή του ρόλου της ηγουμένης με φινέτσα και ακρίβεια, αλλά και τον αέρα μιας πραγματικής ντίβας. Δυστυχώς, όμως για την ισορροπία της παράστασης, ο ρόλος αυτός έρχεται σε δεύτερη μοίρα.
 
Η νεαρή Τέσα Κάντλερ είχε όλα τα φόντα να ανταπεξέλθει στο ρόλο της «μεταμοντέρνας Σταχτοπούτας» Μαρίας, ο χαρακτήρας της οποίας αποτελεί τον δραματικό στυλοβάτη του έργου. Αντεπεξήλθε με τη γλυκύτητα των φυσικών χαρακτηριστικών της, την εκπαιδευμένη φωνή της, τη θεατρικότητά της, δίνοντας στην παράσταση τον απαραίτητο παραμυθένιο τόνο μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί. Φάνηκε να αντιμετωπίζει τον εμβληματικότατο ρόλο ως ευκαιρία καριέρας. Κάλυψε την απειρία της με μια γειωμένη και προσεκτική υποκριτική δουλειά, με διακριτικές αναφορές στην Τζούλι Άντριους, εντυπώνοντας με επιτυχία το προφίλ του χαρωπού κοριτσιού της διπλανής πόρτας.  
 
Φρονώ ότι ο χαρακτήρας του φον Τραπ είναι ο πλέον σύνθετος και ολοκληρωμένος και συνεπώς και ο πιο απαιτητικός. Κατά τη γνώμη μου το ρίσκο με τον Τιμ Ρότζερς, το οποίο λήφθηκε με κύριο κριτήριο την επιβλητική εμφάνιση του ηθοποιού, όχι μόνο δεν βγήκε αλλά υπονόμευσε το αποτέλεσμα. Στο τέλος, ο χαρακτήρας παραμένει ασαφής, αφού υποκριτικά δεν πείθει ως αυστηρός πάτερ φαμίλιας, αλλά ούτε δικαιολογεί τα ιόντα στην ατμόσφαιρα που θρέφουν την ερωτική χημεία με τη Μαρία. Υστερεί φωνητικά, είναι πάντα ένα κλικ πίσω στις δραματικές «μονομαχίες» και χάνει το μεγαλύτερο στοίχημα που είναι να δικαιολογήσει ερμηνευτικά την τόσο απότομη και κομβική μεταστροφή του. Παραδόξως, μοιάζει περισσότερο στα νερά του προς το τέλος όταν αποκαλύπτει τον ιδεαλιστή, πατριώτη Αυστριακό που αντιτίθεται στο Άνσλους χωρίς να διστάσει να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την οικογένειά του.
 
Σε ικανοποιητικό επίπεδο φέρνουν εις πέρας την αποστολή τους οι υπόλοιποι ηθοποιοί ενώ θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στην άκρως επιτυχημένη επιλογή των επτά παιδιών που καταφέρνουν να κλέψουν τις καρδιές των θεατών.