«Η Φαλακρή τραγουδίστρια» του Ευγένιου Ιονέσκο σε σκηνοθεσία Μαρίας Μανναρίδου Καρσερά.
Λευκωσία, Θέατρο Ένα, 2002. Η παράσταση έχει ξεκινήσει. Τέσσερις σιλουέτες κινούνται αλαφιασμένες στο σκοτάδι και με ατσούμπαλες μανούβρες προσγειώνονται στις θέσεις τους αναστατώνοντας τους εμβρόντητους θεατές. Μήπως αυτή η άδοξη εισβολή ήταν, σκηνοθετική αδεία, μέρος της παράστασης; Θα μπορούσε. Πρόκειται, άλλωστε, για τη «Φαλακρή τραγουδίστρια» του Ιονέσκο, το έργο που παγίωσε τον όρο «θέατρο του παραλόγου». Αλλά δεν ήταν. Το παράλογο της πραγματικότητας για μια φορά ακόμη υπερίσχυε.
Στη μνήμη του ενός εκ των τεσσάρων άξεστων θεατών η βραδιά εκείνη έχει καταγραφεί ως το βάπτισμα του πυρός στον συναρπαστικό κόσμο του κυπριακού θεάτρου. Σωστά μαντέψατε. Ήταν η αφεντιά μου. Από κάπου πάνω στο κεκλιμένο σκηνικό του Λάκη Γενεθλή άρπαξα το μικρόβιο της θεατροφιλίας κι ακόμη να «συνέλθω». Θυμάμαι ότι στο τέλος δεν χειροκροτούσα καν· τα χέρια και το μυαλό είχαν αγκυλώσει. Έχω ερωτοτροπήσει έκτοτε με πολλές εκατοντάδες παραστάσεις, αλλά σε συνάρτηση με τη χρονική απόσταση, είναι σίγουρα αυτή που έχει εντυπωθεί εντονότερα από κάθε άλλη. Είναι όπως στο σεξ: η πρώτη φορά είναι αδέξια και αμήχανη, αλλά αγκιστρώνεται πεισματικά στο μνημονικό.
Λευκωσία, Θέατρο Χώρα, 2019. Τρεις φιγούρες 40ρηδων καταφθάνουν ελαφροπατώντας 15 λεπτά πριν από την έναρξη της παράστασης, εισέρχονται με αέρα κι έχουν όλη την άνεση και ευχέρεια να στρογγυλοκαθίσουν στις μπροστινές θέσεις χωρίς να ενοχλούν κανέναν. Η μια είναι η δική μου. Η επιστροφή μετά από 17 χρόνια στην «πρώτη» σου είναι οπωσδήποτε μια εμπειρία καταδικασμένη να ενδυθεί τον μανδύα του μύθου. Όμως εδώ δεν πρόκειται για την ίδια παράσταση, παρά μόνο για το ίδιο έργο και την ίδια σκηνοθέτιδα και μοναδικό ακόμη κοινό σημείο αναφοράς τη Χριστίνα Χριστόφια, η οποία τη φορά αυτή αντί για την οικοδέσποινα υποδύεται την επισκέπτρια. Συνεπώς, δεν είναι ακριβώς η «πρώτη», αλλά μάλλον ακόμη μια από τις επόμενες.
Η Μαρία Μανναρίδου Καρσερά συνέβαλε σ’ αυτό γιατί δεν ήθελε –και πώς θα μπορούσε, άλλωστε- να κάνει μια μουσειακή αναφορά σε μια πρόταση που στιγμάτισε τη δημιουργική πορεία της ίδιας, αλλά προέκυψε σε μια εντελώς διαφορετική συγκυρία. Τίποτα σήμερα δεν άφησε ο χρόνος αναλλοίωτο στον κόσμο, την Κύπρο, στη ζωή των συντελεστών, ή ακόμη και στην καλλιτεχνική πορεία του Θεάτρου Ένα. Εκτός ίσως από το πνεύμα του Ευγένιου Ιονέσκο.
Σίγουρα κάπου θα με ξεγελά η μνήμη, αλλά ανακαλώ την πρώτη παράσταση ως πιο ατμοσφαιρική. Η σκηνοθέτις ακολούθησε τότε ένα μονοπάτι πιο αυστηρό, ακαδημαϊκό και σκοτεινό. Γελούσα κι έκλαιγα ταυτόχρονα, αλλά από μέσα μου. Κι έφυγα βαθιά προβληματισμένος. Γι’ αυτό ίσως την «κουβάλησα» μαζί μου για τόσο καιρό. Βρισκόμουν στο ίδιο μήκος κύματος με τους ηθοποιούς που ακολούθησαν μια διαδρομή σαφώς πιο εσωτερική. Ο δε ρόλος του συγγραφέα- ενορχηστρωτή ήταν κατά πολύ πιο διακριτικός.
Στην παράσταση του 2019 γέλασα με την ψυχή μου. Το αποτέλεσμα ήταν πιο αστείο, πιο εξωστρεφές, πιο ελαστικό. Και πιο ηθοποιοκεντρικό. Ο δε συγγραφέας δεν ήταν απλώς πιο επιβλητικός, αλλά σχεδόν καθοδηγούσε τον θεατή, γελώντας πολλές φορές μαζί του. Όμως, τίποτε ποτέ δεν μπορεί να είναι πιο αστείο από την απέλπιδα προσπάθεια του ορθολογισμού να εξηγήσει τον κόσμο μας.
Δεν είμαι σίγουρος ότι αν στη θέση του, μια ανάσα σχεδόν από την πλατεία, καθόταν πράγματι ο ίδιος ο Ιονέσκο θα γελούσε το ίδιο ή αν θα συμφωνούσε μ’ αυτά που έβλεπε. Ο «Σαίξπηρ του παραλόγου» εξάλλου, επηρεασμένος από τα κινήματα απελευθέρωσης της γλώσσας, έγραψε μια τραγωδία που εκλήφθηκε ως φάρσα. Ναι, παρωδεί και χλευάζει τον απολιθωμένο λόγο, την αυτοματοποίηση των μαζών και την αδιάκριτη κοινοτοπία της μπουρζουαζίας. Όμως, παράλληλα τραβάει το βέλο που καλύπτει τη φρίκη της ύπαρξης και το παράλογο της ζωής μας. Κανονικά θα έπρεπε να κλαίμε. Η συγκινησιακή αλληλουχία είναι πιο ομαλή μέσω ενός ύφους περισσότερο στεγνού, εκφραστικά αποστασιοποιημένου και φαινομενικά ακούσιου. Με μια υποκριτική γραμμή πιο αμβλεία, ωμή και λακωνική.
Όμως, για τις όποιες ενστάσεις μου δεν αποκλείεται να ευθύνεται και η μυθοποίηση εκείνης της «πρώτης φοράς».