Μάριος Αγαθοκλέους: «Θάνατος σε ανοικτή ζώνη», εκδόσεις Περί λύχνων αφάς, 2018.
Ο Μάριος Αγαθοκλέους μεριμνά να υπογραμμίσει το υπαρξιακό επίκεντρο της ποίησής του από την προμετωπίδα κιόλας του βιβλίου του: «Ρωτήθηκα / με τι θέματα ασχολείται η ποίησή μου / κι απάντησα / μ’ ένα και μοναδικό / να νικήσει το θάνατο». Βέβαια, το υπαρξιακό υπογάστριο, ο υπαρξιακός προσανατολισμός όλων των θεματικών του Μ.Α. κατέχει δεσπόζουσα θέση όχι μόνο στην υπό παρουσίαση ποιητική συλλογή του – που φέρει τον εύγλωττο τίτλο: «Θάνατος σε ανοικτή ζώνη» – αλλά και στις άλλες πέντε συλλογές που προηγήθηκαν, αρχής γενομένης από το 1983.
Σε όλο το βιβλίο ο Μ.Α. πραγματεύεται τρεις θεμελιώδεις έννοιες, το θάνατο, τη θλίψη και την μοναξιά. Μάλιστα, διαχειρίζεται αισθητικά αυτές τις έννοιες με έκδηλο πεσιμισμό και ιδιαίτερα προσωπικές προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Πχ στο ποίημα: «Η θλίψη του Οκτώβρη», ανάμεσα σε άλλα, σημειώνει: «…το ακριβό αυτό συναίσθημα / που δεν χαρίζεται / ακόμα κι αν το θελήσεις / είναι για κάτι αποκλειστικά δικό μου…». (σελ. 11)
Ο Μ.Α. γράφει ποίηση δωμάτιου, ποίηση εσωτερικού χώρου. Η εσωτερικότητα αλλά και η εσωστρέφεια κυριαρχούν στην ποιητική του. Ο ποιητής με τον εαυτό του συνομιλεί, με τον εαυτό του διαλογίζεται. Αυτόν κρίνει, αυτόν διαπομπεύει, αυτόν χλευάζει, αυτόν σαρκάζει. Και αυτόν υμνεί ή και οικτίρει: «Οι κραυγές μου δεν κυκλοφορούν / στο αναβαθμισμένο κέντρο της πόλης / ούτε καν έξω / απ’ το σκοτεινό μου δωμάτιο». (σελ. 20)
Ο ποιητής ενίοτε θέλγεται και από την αμφισημία. Πχ το ποίημα «Ικεσία» (σελ. 9) μπορεί να προσληφθεί και ως ποίημα ποιητικής, αλλά συνάμα και ως ερωτικό ποίημα. Οι δύο θεματικές άλλωστε συνυπάρχουν συνήθως και στα δημιουργήματα πολλών άλλων ομότεχνων του Μ.Α., Κυπρίων και ξένων. Και βεβαίως, πίσω από την πρώτη ανάγνωση του ποιήματος του Μ.Α. ενυπάρχει και η δεύτερη ανάγνωση όπου ο υπαρξιακός ορίζοντας είναι καθ’ όλα ορατός. Αφού, η «στιγμή στην αιωνιότητα», όταν και εφόσον κερδηθεί, απαλλάσσει «από τη φρικτή δουλεία της γραφής».
Ο ποιητής χλευάζει τα συμβατικά πράγματα και τους συμβατικούς ανθρώπους, τα καθιερωμένα ειωθότα, τα κατεστημένα, τις βαριεστημένες αλλά βαθιά ριζωμένες συνήθειες: «Σπαρταρώ στον καναπέ απελπισμένα / μέχρι που η άπνοια / με σφίγγει στην αγκαλιά της. / Αύριο όλοι θα ζηλεύουν τον θάνατό μου…». (σελ. 15)
Ο ποιητής αρέσκεται να απομυθοποιεί τις διαπροσωπικές σχέσεις, ειδικά τις σχέσεις μεταξύ άνδρα και γυναίκας, τις ερωτικές σχέσεις. Αποδομεί αυτές τις σχέσεις. Θρυμματίζει με πάταγο το χάρτινο περίβλημα του καθωσπρεπισμού, απογυμνώνει και αποκαλύπτει τη χρησιμοθηρία και την υποκρισία. Την ίδια ώρα ξεσκεπάζει τον κυνισμό και την ωμότητα: «Όσο το μυαλό σου / επεκτείνει τα όρια του δικού μου / θα είσαι μαζί μου. / Όσο το κορμί σου / υλοποιεί τις φαντασιώσεις μου / θα είσαι μαζί μου». (σελ. 27)
Από την άλλη, ο έρωτας και ο θάνατος συνυπάρχουν συχνά στην ποίησή του. Πχ ο νεκρός «στρατιώτης χωρίς πρόσωπο» μονολογεί: «Τώρα καμιάς γυναίκας ακροδάχτυλα / δεν θα νιώσω, / πάρεξ το ρίγος του θανάτου». (σελ. 13)
Η αξιοπρέπειά μας έχει να κάμει με την αξιοσύνη μας, αλλά και με τις αξίες μας στη ζωή. Κι αν βιώσαμε ή υπηρετήσαμε ένα επαρκές αξιακό σύστημα, το ίδιο οφείλουμε να βιώσουμε και να υπηρετήσουμε, πεθαίνοντας. Στο ποίημα «Η τελευταία διαθήκη του πατέρα μου» ο Μ.Α. πραγματεύεται το δίπολο θάνατος -αξιοπρέπεια. Στερνό κατευόδιο στον άνθρωπο, να παραμείνει ως το τέλος άξιος και αξιοπρεπής. Στερνά λόγια του πατέρα του ποιητή, πριν τον επιθανάτιο ρόγχο: «Λες και διαισθάνθηκε τα επερχόμενα / εκχέεται από τα βάθη της σιωπής του / ένα ψέλλισμα… / …Γαλάτεια / αφήστε με να πεθάνω με αξιοπρέπεια». (σελ. 23)
Η φιλοσοφική διάθεση του ποιητή διακρίνεται και από μιας μορφής ανατρεπτικότητα. Διακρίνεται όμως και για τη διαλεκτική της, με βάση την άρνηση της άρνησης και την ενότητα των αντιθέσεων: «…έμαθα να διαχειρίζομαι / τις καθημερινές μου ήττες / μέχρι που έγινα αήττητος». (σελ. 29)
Ο ποιητής είναι ολιγογράφος, ευσύνοπτος, λακωνικός, επιγραμματικός, καίριος, διαυγής και ντόμπρος. Είναι ειλικρινής, ειλικρινέστατος, με τον εαυτό του πρώτα αλλά και με τους αναγνώστες του. Τού ευχόμαστε τέτοιος να παραμείνει μέχρι τέλους: « Είσαι ψεύτης μου είπε / κι εγώ απάντησα / με ακόμα ένα ψέμα / πως ψέματα ακούνε / αυτοί που δεν αντέχουν / την αλήθεια». (σελ. 31)
ΥΓ. Η στήλη θα επανέλθει τον Μάιο