Από τα «Φτερά» μέχρι την «Πτώση»: Η διαδρομή ενός σπουδαίου ηθοποιού.
«Οι ρόλοι στους οποίους πεθαίνεις, δυστυχώς δεν σε προετοιμάζoυν για το δικό σου θάνατο. Κάποιες φορές, όταν είσαι στη σκηνή ή στις ταινίες, νεκρός και οι άλλοι γύρω σου συνεχίζουν να ζουν, σκέφτεσαι ότι είσαι πολύ τυχερός που ζεις ακόμα στην πραγματική ζωή». Αυτό είπε κάποτε στη γερμανική εφημερίδα «Die Zeit» ο Μπρούνο Γκαντς. Και σε πολλούς από τους ρόλους που υποδύθηκε φλέρταρε με την ιδέα του θανάτου.
Οι πιο σημαντικοί -και επιτυχημένοι του- ρόλοι ήταν παραδόξως εκείνοι στους οποίους ο πρωταγωνιστής ήταν στο επίκεντρο κάποιας κρίσης, με συχνά τραγική κατάληξη. Από τον έκπτωτο, για χάρη του έρωτα, άγγελο Δαμιήλ, φύλακα του διαιρεμένου Βερολίνου, στα εμβληματικά «Φτερά του Έρωτα» του Βιμ Βέντερς (1987), τον Αδόλφο Χίτλερ καθώς διάγει τις τελευταίες ημέρες του, τον Απρίλιο του 1945 στο καταφύγιό του στο Βερολίνο, στην «Πτώση» του Όλιβερ Χίρσμπιγκελ (2004), αλλά και τον μεσήλικα συγγραφέα/ ποιητή Αλέξανδρο που έχει διαγνωστεί με ανίατη ασθένεια και κάνει απολογισμό, στη θρυλική ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» (1998). Επίσης, στη γερμανική ταινία «Βαθιές αποχρώσεις του μαύρου» της Σόφι Χέλντμαν (2011) υποδύεται έναν προχωρημένα άρρωστο άντρα, που αποφασίζει να αυτοκτονήσει μαζί με τη γυναίκα του…
Έφτασε όμως κάποτε η ώρα που ο Ελβετός ηθοποιός, από τους κορυφαίους του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, έπαψε στ’ αλήθεια να ζει. Αυτό έγινε την περασμένη Παρασκευή, στο σπίτι του στη Ζυρίχη, σε ηλικία 78 ετών. Τον περασμένο Ιούλιο οι γιατροί είχαν εντοπίσει στον ηθοποιό καρκίνο του εντέρου. Τον θάνατό του επιβεβαίωσε η ατζέντης του Πατρίτσια Μπαουμπάουερ.
Ο Γκαντς δραστηριοποιούνταν εδώ και περισσότερο από 50 χρόνια στο γερμανόφωνο θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση. Όταν, το 1996, πήρε το δαχτυλίδι Iffland, που περνάει από τον έναν ηθοποιό στον άλλον εδώ και 100 χρόνια, δέχτηκε την πιο σημαντική αναγνώριση της καριέρας του: Ήταν και επίσημα ο πιο σημαντικός ηθοποιός στο γερμανόφωνο θέατρο.
Ο Μπρούνο Γκαντς είχε γεννηθεί στη Ζυρίχη το 1941. Ο πατέρας του ήταν ένας ελβετός μηχανικός και η μητέρα του καταγόταν από τη βόρεια Ιταλία. Μεγάλωσε σε μια εργατική οικογένεια, που δυσκολεύτηκε πολύ να κατανοήσει τις επαγγελματικές του επιλογές. Εγκατέλειψε το σχολείο στην εφηβεία του και ήταν ένας αυτοδίδακτος ηθοποιός. Πήγε να παρακολουθήσει μια δραματική σχολή στη Ζυρίχη, εργάστηκε πουλώντας βιβλία και παράλληλα σπούδασε παραϊατρικά επαγγέλματα. Μετά έφυγε από την Ελβετία και πήγε στη Γερμανία, όπου άρχισε να παίζει στο θέατρο. Ενώ εκείνη την εποχή -και όλες τις εποχές, οι περισσότεροι ηθοποιοί έπρεπε να διαλέξουν ανάμεσα στο θέατρο και το σινεμά, ο Γκαντς ήταν επιτυχημένος και στα δύο. Από τη δεκαετία του ’70 η παρουσία του στο θεατρικό σανίδι ήταν αξιοσημείωτη και το 1972 κέρδισε στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ τον τίτλο του «ηθοποιού της χρονιάς». Έγινε ευρύτερα γνωστός στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και άρχισε να διακρίνεται σε ταινίες όπως «Ο Αμερικάνος φίλος» το 1977. Την ίδια εποχή άρχισε να χτίζει και την καριέρα του στο σινεμά, δουλεύοντας με τους μεγαλύτερους Γερμανούς σκηνοθέτες, όπως ο Βιμ Βέντερς, ο Βέρνερ Χέρτζογκ και ο Πέτερ Χάντκε.
Έχει λεχθεί γι’ αυτόν ότι «δεν έπαιζε έναν ρόλο, τον ζούσε». Αν τον χαρακτήριζε κάτι, αυτό είναι ότι συγκεντρωνόταν στον κάθε ρόλο σαν να ήταν ο τελευταίος που θα έπαιζε. «Ταυτίζομαι τόσο πολύ με τους ρόλους μου που φτάνω να πιστεύω κάποια πράγματα (μέσα από αυτούς) που στην πραγματική ζωή δεν θα άκουγα καν», έχει πει σε συνέντευξή του στη Deutsche Welle, συμπληρώνοντας το αυτονόητο: Ότι το να ερμηνεύσει τον Αδόλφο Χίτλερ ήταν μια τεράστια πρόκληση. Και στη θεωρία και πολύ περισσότερο στην πράξη. «Με βοήθησε το ότι δεν ήμουν Γερμανός, επειδή μπορούσα να βάλω το διαβατήριό μου ανάμεσα στον Χίτλερ και σε μένα», είχε δηλώσει το 2005 στον ιστότοπο The Art Desk. Ο ρόλος βέβαια τον «στοίχειωσε». Ο ίδιος ότι για πολύ καιρό δεν μπορούσε να απαλλαγεί από τη σκέψη του Χίτλερ. Το κοινό, έπαθε το ίδιο: Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να τον αποδεχθεί σε κάποιον άλλο ρόλο.
Το 2000 ο Γκαντς έπαιξε στην παράσταση Φάουστ σε σκηνοθεσία του Πέτερ Στάιν, μια από τις σπάνιες φορές που έχει παρουσιαστεί ολόκληρο το έργο του Γκαίτε. Η συνολική διάρκεια ήταν περίπου δεκαπέντε ώρες. Ο ίδιος το έχει χαρακτηρίσει ως «το μεγαλύτερο θεατρικό εγχείρημα στο οποίο έχω πάρει ποτέ μέρος». Αυτό που πάντα καθήλωνε το κοινό του, όμως, δεν είναι οι μακριοί μονόλογοι, σεξπιρικά δοσμένοι κατά κανόνα, αλλά οι αργές, ήρεμες κινήσεις και εκείνο το πολύ χαρακτηριστικό βλέμμα του: Κάπως απόμακρο και πάντα πολύ ακριβές.
Μέσα σε όλα αυτά, η προσωπική του ζωή παρέμεινε πάντα προσωπική και απόλυτα ιδιωτική. Εφιάλτης για τα ταμπλόιντ, κανείς δεν ήξερε ποτέ κάτι παραπάνω γι αυτόν πέρα από το ότι είχε σπίτια στο Βερολίνο, τη Ζυρίχη και τη Βενετία, ότι είχε χωρίσει από τη σύζυγό του με την οποία είχε έναν γιο και ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε με τη νέα του σύντροφο, τη φωτογράφο Ρουθ Βαλτζ.
Πηγή: philenews
Πηγή: philenews