Ο «Ριχάρδος Γ’» του ΘΟΚ υπό το φως και τη σκιά του Προκόπη Αγαθοκλέους. 
 
Θα ξεκινήσω αυτό το σημείωμα ανάποδα: Από την ερμηνεία του πρωταγωνιστή. Διαισθάνομαι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των θεατών που παρακολούθησε τον «Ριχάρδο Γ’» του Σαίξπηρ στην Κεντρική Σκηνή του ΘΟΚ συμφωνεί ότι έγιναν μάρτυρες όχι απλώς ενός υποκριτικού κομψοτεχνήματος εκ μέρους του Προκόπη Αγαθοκλέους, αλλά μιας ιστορικής, πλατιάς ερμηνείας που θα μνημονεύεται στο μέλλον ως κολοσσιαίο επίτευγμα στις αναφορές των ελληνόφωνων ανεβασμάτων του βάρδου. Θα άξιζε να παρακολουθήσει κανείς την παράσταση και μόνο γι’ αυτό.
 
Δεν είναι μόνο η άψογη τεχνική, η άρθρωση, η ακρίβεια της εκφοράς του λόγου, αλλά ούτε η κινησιολογική αρτιότητα και η παροιμιώδης σωματική άνεση με την οποία φέρνει εις πέρας τον απαιτητικότερο ρόλο του παγκόσμιου ρεπερτορίου. Είναι λες και κάθε του κύτταρο εκπέμπει τη ζωώδη δύναμη και τη δύσμορφη σωματικά, ψυχικά και ηθικά μορφή του Ριχάρδου. Σαν να βαπτίζεται μέσα στον ποιητικό λόγο, αλλά και στο δηλητήριο της ψυχής ενός καταχθόνιου σπουδάρχη ήρωα, που δεν ορρωδούσε προ ουδενός εμποδίου στο δρόμο για την κατάκτηση της εξουσίας.
 
Με αέρα εθνικού πρωταγωνιστή, ο ηθοποιός ενσαρκώνει όλες τις ετυμολογικές αποχρώσεις της λέξης μοχθηρός: κακοπαθημένος, ελεεινός, άσχημος, κακός, αμοραλιστής, πανούργος, αλλά και κοπιώδης. Μοχθεί μέχρις εσχάτων προκειμένου να πετύχει τον απόλυτο στόχο, εκπέμποντας ταυτόχρονα την αδίστακτη εωσφορική αποφασιστικότητα, αλλά και όλες τα ανθρώπινες ψηφίδες που σκιαγραφούν το ψυχολογικό του πορτρέτο. Ο Ριχάρδος του Προκόπη Αγαθοκλέους όσο πιο διαβολικά ενεργεί, τόσο πιο άγιος δείχνει. Μάς κάνει να αναρωτιόμαστε: γιατί ο σατανάς είναι κακός; Θέτει ερωτήματα για τη βιολογία και την κοινοτοπία του κακού. Και παράλληλα εμφαίνει τη φαυλότητα, τη μωρία, την αδράνεια και την εξαχρείωση των υπολοίπων, όλα όσα συνθέτουν τον ιδανικό βιότοπο μέσα στον οποίο το συγκεκριμένο είδος ευδοκιμεί.
 
Όμως, ο καλός ηθοποιός δεν είναι απλώς ερμηνευτής. Είναι συνδημιουργός. Είναι άραγε εύκολο να φανταστεί κανείς την παράσταση αυτή χωρίς την επιβλητική παρουσία του πρωταγωνιστή της, δεδομένου βέβαια και του ότι ένα σημαντικό μέρος αυτής της έξοχης ερμηνευτικής προσωπογραφίας πιστώνεται στον σκηνοθέτη, Πάρι Ερωτοκρίτου; Ας κάνουμε μια προσπάθεια για να μην αδικήσουμε τον μόχθο και την προσήλωση των υπόλοιπων 15 ηθοποιών, αλλά και τα επιτεύγματα ολόκληρης της καλλιτεχνικής ομάδας.
 
Όπως συνέβη και με τις «Πυρκαγιές», ο Πάρις Ερωτοκρίτου δεν εξέλαβε την πρόκληση του ΘΟΚ ως ένα σημαντικό λόγο για να βάλει νερό στο κρασί του. Αντίθετα, έκανε το παν για να υπερβεί τους φυσικούς περιορισμούς του κρατικού θεάτρου. Δεν πιέστηκε από το βάρος της εμπιστοσύνης ενός τέτοιου βεληνεκούς έργου στα χέρια ενός νέου Κύπριου σκηνοθέτη. Αισθάνεται πολύ μεγαλύτερη ασφάλεια στο ρίσκο της αποδόμησης, της αμφισβήτησης, της ανατροπής, του πειραματισμού πάνω στη φόρμα. Δεν αντιμετωπίζει το έργο σαν γρίφο, αλλά σαν όχημα. Απεχθάνεται το «θέατρο για το θέατρο» χωρίς όμως να απορρίπτει τη δομική του γοητεία και στρέφει τους προβληματισμούς του πέρα από τυποκρατικά και επιστημονικά στοιχεία, χωρίς απαραίτητα να αναζητεί κάποιο βαθύτερο νόημα. Καταλήγει σ’ ένα όραμα και στη συνέχεια κάνει τα πάντα για να το υποστηρίξει και να το καταστήσει συμπαγές και λειτουργικό.
 
Μέσα στο πλαίσιο αυτό περιστρέφεται ολόκληρη η παραγωγή του ΘΟΚ, του πρωταγωνιστή μη εξαιρουμένου. Το «επιθετικό» και συνάμα μινιμαλιστικό σκηνικό του Γιώργου Γιάννου, τα κοστούμια, η μουσική, η κίνηση, τα φώτα, ακόμη και οι τεχνικοί σκηνής εμπλέκονται σ’ ένα καλοκουρδισμένο σύστημα. Το κοινό επίσης εμπλέκεται συμβολικά αλλά και πρακτικά κι όλο αυτό εξασφαλίζει μια εξισορροπητική δυναμική για γερά νεύρα. Η πρόταση είναι απελευθερωμένη από περιττό στόμφο και ρητορισμό, σε σωστούς τόνους και δραματικό παλμό κι όλες οι πτυχές της –ακόμη και οι ελάχιστες πιο δύσκαμπτες ερμηνείες- δεν μπορούν παρά να πιστωθούν ή να χρεωθούν στον σκηνοθέτη.
 
Ο ρυθμός στα μάτια του θεατή είναι γοργός, αλλά όχι ασθματικός. Για τον ηθοποιό είναι φρενήρης και ολυμπιακών απαιτήσεων. Το κοινό όμως έμαθε πλέον σε διαφορετικούς ρυθμούς γι’ αυτό και του κακοφαίνεται η -ούτε καν τρίωρη- διάρκεια, για ένα έργο που κάποτε ανέβαινε αδιαμαρτύρητα σε τετράωρες παραγωγές. Το τέμπο της ζωής και της ψυχαγωγίας έχει αλλάξει. Γι’ αυτό και παγκοσμίως οι απογευματινές ή και μεσημβρινές παραστάσεις έχουν αρχίσει να επεκτείνονται. Είναι πια θέμα σωματικών αντοχών και πνευματικής ετοιμότητας.