«Γεννήθηκα στις 15 Αυγούστου 1922, στη Λευκωσία. Προσπάθησα πολύ για να καταταχθώ στον στρατό. Δυστυχώς ήμουν πολύ μικρός και το ανάστημά μου δεν τηρούσε τις προδιαγραφές. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου, συνοδευόμενος από τον γιαουρτά Ισμαήλ αποτάθηκε στον κοινοτάρχη μας. Στο γραφείο του, μου πρόσθεσαν ένα έτος. Ωστόσο και πάλι δεν κατάφερα να καταταγώ στον στρατό. (Ύστερα από ένα χρονικό διάστημα) προσέγγισα έναν Άγγλο λοχία και του είπα (σε σπαστά αγγλικά) «Me I want soldier, this çavuş, boy go». Αμέσως αντιλήφθηκε το πρόβλημά μου. Με μετέφερε στα Woosley Barracks. Μετά τον ιατρικό έλεγχο, τοποθέτησα το χέρι μου πάνω στο Κοράνι και με τη βοήθεια των Τούρκων διερμηνέων, ορκίστηκα». 
Ο Αλί Τιλκί, από τη Λευκωσία, βρέθηκε στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, στα 17 του μόλις χρόνια, ως μέλος των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων. Από την έναρξη του πολέμου έως και το 1948, έτος μέχρι το οποίο ο βρετανικός στρατός συνέχισε να δέχεται στους κόλπους του Κύπριους εθελοντές, ο Τιλκί και οι χιλιάδες συμπατριώτες του έδωσαν τη μάχη κατά του φασισμού. 
Ο Τιλκί επέλεξε να καταταχθεί στον βρετανικό στρατό και να εκπροσωπήσει την πατρίδα του, την Κύπρο στο πολεμικό πεδίο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου σε μια περίοδο κατά την οποία η κυπριακή κοινωνία αντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Το κοινωνικοοικονομικό αδιέξοδο του νησιού οδηγούσε πολλούς νέους στον βρετανικό στρατό με την ελπίδα ενός καλύτερου μεροκάματου. 
Η βρετανική διοίκηση της Κύπρου διεξήγαγε ξεχωριστή προπαγανδιστική εκστρατεία, η οποία στόχευε στην προσέλκυση εθελοντών από την τουρκοκυπριακή κοινότητα και την κατάταξή τους στον βρετανικό στρατό. Το 1939 στην τουρκοκυπριακή εφημερίδα Βακίτ εμφανίζονται τα πρώτα δημοσιεύματα που υπόσχονται στους Τουρκοκύπριους συμπολίτες ικανοποιητικά μεροκάματα. Παρόμοιο κάλεσμα έγινε και προς τις Ελληνοκύπριες και Τουρκοκύπριες γυναίκες οι οποίες ανταποκρίθηκαν ένθερμα, με ορισμένες να κατατάσσονται ως εθελόντριες στον βρετανικό στρατό. 
Η προπαγανδιστική εκστρατεία της βρετανικής διοίκησης σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία, καθώς μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα πολλοί Τουρκοκύπριοι κατατάχθηκαν. Ο τ/κ τύπος και οι μαρτυρίες της εποχής επισημαίνουν ότι εξαιτίας της μεγάλης ανταπόκρισης των Ε/κ και των Τ/κ εθελοντών, η τοπική διοίκηση υποχρεώθηκε να καθυστερήσει την εκπαίδευση των νεοσύλλεκτων για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Τελικά, μετά την εκπαίδευση, Ε/κ και Τ/κ εθελοντές κατευθύνονται μαζί στις μονάδες του βρετανικού στρατού της Μέσης Ανατολής μεταφέροντας μαζί τους τα πολύτιμα για τον πόλεμο κυπριακά μουλάρια. 
Σύμφωνα με το αρχειακό υλικό, τους Κύπριους εθελοντές ωθούσαν στο μέτωπο του πολέμου και πολιτικά κίνητρα. Οι στενοί δεσμοί των δυο κοινοτήτων με την Ελλάδα και την Τουρκία και η θέση των δυο χωρών στον πόλεμο διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη συμμετοχή των Κυπρίων εθελοντών. «Σε περίπτωση που θα πολεμούσε η Αγγλία με την Τουρκία, θα μαζεύαμε όσα όπλα και πυρομαχικά μπορούσαμε και θα περνούσαμε στο Ούρουτς, της επαρχίας της Τουρκίας», θυμάται ύστερα από πολλές δεκαετίες ο Τιλκί. Η δική του μαρτυρία δείχνει ότι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν για τους Κύπριους προσωπική, κοινωνική, ταξική και πολιτική υπόθεση. 
Περισσότερες πληροφορίες για τη συμβολή της Κύπρου και της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μπορεί κανείς να βρει στην Έκθεση με τίτλο «1940 Πρόσωπα και Εικόνες» την οποία διοργανώνουν το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου σε συνεργασία με την Ελληνική Πρεσβεία στο κτήριο του Πολιτιστικού Ιδρύματος Τράπεζας Κύπρου, Φανερωμένης 86-90.

* Οι πληροφορίες του κειμένου λήφθηκαν από το άρθρο του Keser Ulvi, THE FORGOTTEN SOLDIERS OF CYPRUS IN AN UNKNOWN PAGE OF CYPRUS HISTORY AND CYPRIOT MULETEERS IN WORLD WAR II, The Journal of International Social Research, Vol.4 Issue.16, Winter 2011. 

Πηγή φωτογραφίας: offsite.com.cy
 
* Ιστορικό, ερευνητή.