Μαρία Αβρααμίδου: «Παρ’ ολίγον», εκδόσεις Αρμίδα, 2018
 
Η Μαρία Αβρααμίδου έχει μακρά θητεία στα κυπριακά γράμματα, στη δραματουργία και την πεζογραφία ειδικά. Η συγγραφική της εμπειρία, η ωριμότητα των προσεγγίσεών της, η περιγραφική δεινότητα, η διεισδυτικότητα των ψυχογραφικών αναλύσεών της, διασφαλίζουν, με βεβαιότητα, την επάρκεια του αισθητικού αποτελέσματος. Έτσι, αρχίζοντας να διαβάζω το τελευταίο της έργο, – τη συλλογή από έξι διηγήματα που φέρει τίτλο «Παρ’ ολίγον» – ήξερα εκ προοιμίου πως θα βιώσω τα συναισθήματα της αισθητικής τέρψης και της συγκινησιακής φόρτισης. Και δεν λάθεψα.
 
Οι ιστορίες που καταγράφει η Μ.Α. είναι πικρά αληθινές και αληθινά πικρές. Δεν εξιδανικεύουν, δεν ωραιοποιούν, δεν αγιοποιούν καταστάσεις, παρά μόνο προσλαμβάνουν τη ζωή ακριβώς όπως έχει. Καθώς δεν υπάρχουν σύνορα μεταξύ του καλού και του κακού. Καθώς δεν υπάρχουν όρια μεταξύ του ηθικά μεμπτού και του ηθικά άμεμπτου. Καθώς στη ζωή ο αμοραλισμός συχνά συνορεύει με την ηθική, η τιμιότητα με την ατιμία, η ειλικρίνεια με την υποκρισία. Καθώς στη ζωή υπάρχει μια πανσπερμία χρωμάτων και καθώς μεταξύ του μαύρου και του άσπρου συνωστίζονται άπειρες αποχρώσεις.
 
Η συγγραφέας δεν υπηρετεί ιδεολογήματα. Έτσι δεν έχει ανάγκη να καλουπιάσει τις ιστορίες της στα πλαίσια του όποιου καθωσπρεπισμού. Δεν κομπιάζει μην και ξεθωριάσει φωτοστέφανα. Δεν διστάζει μην και θίξει ιερές αγελάδες, μην και θεωρηθεί ότι ανεβαίνει πάνω στην όποια αγία τράπεζα. Οι ιστορίες της Μ.Α. σπανίως έχουν αίσιο τέλος. Όμως αποπνέουν ευαισθησία, συγκίνηση, τρυφεράδα και ανθρωπισμό. Οι ήρωες της είναι συχνά αρνητικοί ή γκριζωποί χαρακτήρες, με αμφίσημο αξιολογικό πρόσημο, με συμπεριφορές που κάθε άλλο παρά διεκδικούν δάφνες ή εύσημα.
Κύριο θεματικό επίκεντρο στη διηγηματογραφία της Μ.Α. παραμένουν τα ύστερα χρόνια της βρετανικής αποικιοκρατίας στον τόπο μας καθώς και τα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-1959. Μόνο που οι γωνίες θέασης των πράγματων είναι διαφορετικές από τις συνήθεις. Στη γραφή της Μ.Α. απουσιάζει το επικό ύφος, δεν απαντώνται διθυραμβικές προσεγγίσεις, δεν στήνονται προτομές και αγάλματα. Η συγγραφέας αναζητεί τις ιστορίες της στις μέσα σελίδες του Αγώνα και όχι στα πρωτοσέλιδα. Αναδεικνύει τις λιγότερο ένδοξες μα περισσότερο ανθρώπινες στιγμές εκείνης της εποχής.
 
Θα έλεγα ότι στο επίκεντρο της προσοχής της βρίσκεται ο ανθρώπινος πόνος, η συντριβή και η οδύνη. Οι ήρωες της είναι ευάλωτοι, συντετριμμένοι, συχνά ηττημένοι ή και νεκροί. Εκείνο που πρωτίστως ενδιαφέρει τη συγγραφέα είναι να αναδείξει τις ανθρώπινες αρετές, να καταδείξει τις ανθρώπινες αδυναμίες και να ψέξει – υπαινικτικά και όχι πομπωδώς καταγγελτικά – κατάπτυστες και καταδικαστέες συμπεριφορές.
 
Ώρα όμως να γίνω πιο συγκεκριμένος. Ιδιαίτερη αναφορά θα ήθελα να κάμω στο διήγημα «Παρ’ ολίγον» (σελ. 11) απ’ όπου πήρε τον τίτλο της ολόκληρη η συλλογή. Η αφήγηση γίνεται από το ύψος του σήμερα αλλά αφορά τη δεκαετία του ‘50 και την ιστορία της 8χρονης τότε ηρωίδας την οποία παρενοχλούσε σεξουαλικά ο 16χρονος αδελφός της, μετέπειτα ηρωικώς πεσών στον απελευθερωτικό αγώνα. Πρόκειται για μια ιστορία γεμάτη πίκρα και συντριβή. Το θέατρο των δρωμένων θυμίζει σκηνές αρχαίας τραγωδίας. Οι πρωταγωνιστές έχουν να αντιπαλέψουν με τον πόνο και τα διλήμματά τους. Τα κτυπήματα υπήρξαν αδυσώπητα κι άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους ως τις μέρες μας.
 
Η δεύτερη ιστορία στην οποία θα ήθελα να αναφερθώ έχει πολλά κοινά στοιχεία με την πρώτη. Διαδραματίζεται και πάλι στα χρόνια του Αγώνα της ΕΟΚΑ. Η αφήγηση γίνεται από το ύψος του σήμερα και αφορά την κοινωνικά μη αποδεκτή ερωτική περιπέτεια μιας 17χρονης μ’ έναν ξένο, Ελλαδίτη, 30χρονο γείτονά της στην Κερύνεια. Πρόκειται για το διήγημα «Οι ξένοι έξω από την πόρτα μου…» (σελ. 56) όπου και πάλι απαντώνται έντονα στοιχεία κλασικής τραγωδίας, με την αρχαιοελληνική κάθαρση να επιβάλλεται στο τέλος καθοριστικά και καταλυτικά. Η συγγραφέας διεισδύει με μαεστρία στον ψυχισμό της κεντρικής ηρωίδας και μεταφέρει με πειστικότητα την ηθικο-κοινωνική ατμόσφαιρα της εποχής.
 
Πιο συγκλονιστικό αφηγηματικά και πιο άρτιο αισθητικά και μορφολογικά απ’ όλα όσα περιλαμβάνονται στο βιβλίο, θεωρώ πως είναι το διήγημα «Η βουή». (σελ. 21) Και εδώ πληρούνται και πάλι όλες οι προδιαγραφές που ισχύουν και στα δύο προηγούμενα διηγήματα στα οποία αναφέρθηκα. Η Μαρία, έφηβη κόρη Ε/κ γυμνασιάρχη, ερωτεύεται και συνάπτει ερωτικό δεσμό με το γειτονόπουλο της Ερόλ, Τ/κ φοιτητή. Μέσα από αυτή την ιστορία διαρρηγνύονται όλα τα εθνικά στερεότυπα, καταρρίπτονται όλα τα κοινωνικά ταμπού της εποχής. Η ορμή, η ρώμη και η δύναμη του νεανικού αυτού έρωτα συνθλίβουν ηθικούς κανόνες και απαγορευτικές διατάξεις βαθιά ριζωμένες στις ανθρώπινες συνειδήσεις. Όμως, επειδή η ζωή δεν είναι ποτέ παραμύθι με ωραίο τέλος, η νεαρή Ε/κ αυτοκτονεί. Και στις μέρες μας, τόσες δεκαετίες μετά, εκείνο που μένει να θυμίζει τη φλόγα εκείνου του έρωτα, είναι το μυστηριωδώς αναμμένο κερί και τα φρέσκα λουλούδια στον τάφο της Μαρίας…
 
Η συγγραφέας αφιερώνει αυτό το βιβλίο στα εγγόνια της, με την προτροπή: «Να το διαβάσουν – αν θέλουν – όταν μεγαλώσουν». Και πράγματι, η τόσο ώριμη γραφή της, προϋποθέτει και αναγνωστική ωριμότητα εκ μέρους του τελικού αποδέκτη του έργου της.
 
g.frangos@cytanet.com.cy