«Ο Φάρος» του Κόνορ Μακφέρσον σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη.
«Οι Ιρλανδοί πιστεύουμε σε νεράιδες και ξωτικά. Αν πιεις λίγο παραπάνω θα πιστέψεις κι εσύ». Με το ευφυολόγημα αυτό υποδέχονται συχνά οι κάτοικοι της Ιρλανδίας τους επισκέπτες. Είναι ένας ιδιαίτερος λαός με άφθονο χιούμορ, ονειροπόλος και με δυσκολίες στη χαλιναγώγηση του φαντασιακού. Υπάρχουν πολλά στερεότυπα και πολλές υπερβολές σε σχέση με την ιδιοσυγκρασία τους που δύσκολα μπορεί κανείς να ανατέμνει και να κατανοήσει τα συστατικά της ψυχής τους. Τουλάχιστον αν δεν είναι κι ο ίδιος Ιρλανδός.
Ο Κόνορ ΜακΦέρσον είναι βέρος Δουβλινέζος και στο έργο του «The Seafarer» επιχειρεί να κάνει μια επίδειξη καλής γνώσης της αθάνατης ιρλανδικής ψυχής. Με τρόπο όμως τόσο σίγουρο και τόσο σχεδόν «λαογραφικό» που όσο πιο πολύ απέχεις από το πράσινο νησί, τόσο περισσότερο στο γενικότερό του πλαίσιο μοιάζει με στερεοτυπική αποτύπωση. Αλκοόλ, κέλτικοι μύθοι, η ομώνυμη αρχαιοαγγλική ελεγεία του ναυτικού που προσδοκά τον Παράδεισο, θρησκευτικές αναφορές και αντιπαραβολές, στήνουν ένα μελαγχολικό περιβάλλον όπου το γήινο συγκρούεται με το υπερβατικό.
Οι επιμέρους χαρακτήρες πάντως είναι θεατρικά γοητευτικοί. Είναι άνθρωποι που έμειναν στο περιθώριο, έρμαιο των αδυναμιών τους, αποπροσανατολισμένοι, με την περιρρέουσα καθολική ατμόσφαιρα να έχει εμποτίσει την ψυχή τους με αισθήματα ενοχής και ντροπής και τη ζωή μαθηματικά να τους οδηγεί τυφλωμένους προς τα βράχια. Αυτό γίνεται και το όχημα που λύνει τα χέρια του συγγραφέα να εστιάσει στην πνευματική ατέλεια ενός αρσενικού κόσμου βουτηγμένου στο αλκοόλ και την απόγνωση.
Αυτή η σύνθεση, το φανέρωμα και η ήπια τριβή των χαρακτήρων αποτελεί το πιο δυνατό χαρτί του έργου και το στοιχείο που ώθησε τους συντελεστές να το ανεβάσουν στα ελληνικά. Και δεν θα μπορούσε παρά να γίνει με μια «εξοικείωση», μ’ έναν έντονο «εξελληνισμό» στη γλώσσα, την έκφραση, αλλά και τους συμβολισμούς. Εξ ου και ο τίτλος, που από «The Seafarer» έγινε «Ο Φάρος».
Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης επιβεβαιώνει στην πράξη δύο πράγματα: ότι είναι ένας καλός σκηνοθέτης κι ότι με το να εξασφαλίσεις μια καλή διανομή σε μια παράσταση έχεις ήδη κάνει τη μισή δουλειά. Με το σφιχτοδεμένο και ισορροπημένο all star cast που περιλαμβάνει τον ίδιο, τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, τον Αιμίλιο Χειλάκη, τον Νίκο Ψαρρά και τον Προμηθέα Αλειφερόπουλο, πρόκρινε ένα αποτέλεσμα με στοιχεία μαύρης κωμωδίας και υπερφυσικού θρίλερ που θα «υποσχόταν» στο κοινό, αλλά και θα το ευχαριστιόντουσαν οι συντελεστές. Πράγματι, δυσκολεύτηκα να βρω ψεγάδι σε ό,τι αφορά τον ρυθμό, τη χημεία, την ενέργεια και δυναμική των συντελεστών, τη διαχείριση των χαρακτήρων, το μουσικό, ενδυματολογικό και αρχιτεκτονικό στήσιμο της πρότασης (παρότι έπαιζε εκτός έδρας).
Ωστόσο: Η ανδρογεωγραφία δοκιμάζεται από τη σαφή πρόθεση του συγγραφέα να την αιωρήσει ανάμεσα στη θρησκευτική σημειογραφία και την προσωπική δοκιμασία. Πολύ ωραία και φιλόδοξη ως ιδέα, αλλά στην πράξη φάνηκε να «πνίγεται» από ευκολίες στην πλοκή, που εκμαιεύουν μια βεβιασμένη καθαρτήρια κορύφωση, μια αναίμακτη λύτρωση με βάση ένα παιχνίδι της τύχης κι ένα πρόχειρο αφηγηματικό τρικάκι.
Ο μύθος του Φάουστ δεν εξαντλήθηκε την εποχή του Μάρλοου και του Γκαίτε, έχει κάθε δικαίωμα κάθε συγγραφέας να εμπνέεται και να υπερθεματίζει. Κορυφαίο σημείο του έργου είναι ο μονόλογος του διαβόλου που περιγράφει την κόλαση ως μόνιμη κατάσταση αυτό-αποστροφής και μοναξιάς, υπονοώντας προς τους ενδιαφερόμενους ότι τη ζουν ήδη. Ο Μάρλοου έλεγε ότι η κόλαση είναι μια παγίδα του μυαλού και βάζει τον Μεφιστοφελή στον «Δρ Φάουστους» να λέει ότι «κόλαση είναι όπου βρισκόμαστε». Οι ελεεινοί χαρακτήρες του «Φάρου» αλληλοπαρηγοριούνται συντροφεύοντας ο ένας τον άλλο στη μιζέρια. Παλεύουν με τους εσωτερικούς τους δαίμονες και ο καλοντυμένος, σαρκαστικός Μεφιστοφελής που εμφανίζεται απαιτώντας την τήρηση της συμφωνίας, δεν είναι παρά η σκοτεινή πλευρά του εαυτού τους.
Η κόλαση για τον ΜακΦέρσον, που και ο ίδιος υπήρξε αλκοολικός και αναμετρήθηκε με τον δαίμονά του, δημιουργείται στο μυαλό των καταφρονεμένων, όταν πνίγουν τις ενοχές και τις αποτυχίες τους σε ψυχοδιεγερτικές ουσίες. Κι ο μόνος τρόπος να χαλάσεις το σατανικό σχέδιο είναι η συναίσθηση της ενοχής και η ανάληψη της ευθύνης. Και κόψ’ το διαολεμένο το ποτό! Αφού σε χαλάει…