«Η Ελένη» του Γιάννη Ρίτσου σε σκηνοθεσία/ ερμηνεία Βασίλη Παπαβασιλείου.
 
Δυστυχώς, δεν κατάφερα να πάω στο τετράωρο masterclass που έδωσε ο Βασίλης Παπαβασιλείου την επομένη της παράστασης της «Ελένης» στον ΘΟΚ, όπου όπως και το βράδυ της Παρασκευής 24 Μαΐου έγινε το αδιαχώρητο. Διόλου απείχε όμως από ένα υψηλού επιπέδου masterclass και η ίδια η παράσταση, που σε έκανε να απορείς για το αν είναι ανθρωπίνως δυνατόν να συμπυκνώσει κανείς μέσα σε 60 λεπτά πραγματικού χρόνου τόση σοφία, τόση λυρικότητα και τόση επιδεξιότητα. Η θέασή της ανήκει στο είδος των εμπειριών που κρατάς σαν φυλαχτό, αλλά και που δύναται να σε αλλάξει ως θεατή. Όχι να σε κάνει πιο απαιτητικό, αλλά να γυμνάσει την ικανότητά σου να διαρρηγνύεις την πέτσα της επιφάνειας, να βλέπεις πίσω και πάνω από το κείμενο και την ερμηνεία.
 
Η εμπειρία αυτή δεν έχει να κάνει με την ευκαιριακή απόλαυση της ψυχαγωγίας, του «βγήκα να ξεσκάσω» και του ανώδυνου περισπασμού. Είναι μια διεργασία συναρπαστική αλλά ζόρικη, επίμοχθη, που εξαντλεί πνεύμα και σώμα –ναι, του θεατή εννοώ- δίνοντας την αίσθηση ότι ο χρόνος διαστέλλεται, σαν να βρίσκεσαι κάπου στο διάστημα όπου το ρολόι τρέχει πιο αργά. Μετά από αυτό, οι ενστάσεις που υπάρχουν σε σχέση με το αν το δρώμενο έχανε τη συμπάγειά του στην ευρεία και υπερυψωμένη σκηνή της αίθουσας «Εύης Γαβριηλίδης» φαντάζουν ποταπές και η συζήτηση τριτεύουσα. Άλλωστε, ο «σκηνίτης» Βασίλης Παπαβασιλείου έχει μια σπάνια ικανότητα να διευρύνεται και να πληρώνει τον χώρο με την παρουσία του.
 
20 χρόνια τώρα, η παράσταση αυτή μοιάζει σαν να μεστώνει και μεταβολίζεται μαζί με τον δημιουργό της, ο οποίος μετατρέπει σε οργανική ενέργεια την παθητική ύλη του γραπτού λόγου. Θα είχε ενδιαφέρον να παρακολουθεί κανείς όλη την εξέλιξη, από τη γέννησή της. Όμως, αδυνατώ να προβώ σε συγκρίσεις με τις δύο προηγούμενες εκδοχές γιατί δεν είχα την ευκαιρία να δω καμία από τις προηγούμενες 200 παραστάσεις, ούτε όταν η δεύτερη εκδοχή είχε έρθει στη Λεμεσό και το Ριάλτο τον Μάιο του 2010. Λένε όμως ότι στη ζωή έρχονται όλα στην ώρα τους και οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στον ΘΟΚ ότι αξιοποίησε με απόλυτα δημιουργικό τρόπο το κενό που προέκυψε στο πρόγραμμα του Μαΐου, φιλοξενώντας και παραστάσεις που δεν είναι φύσει εμπορικές αλλά συμβάλλουν στην εκπαίδευση του θεατρόφιλου κοινού.
 
Ο Παπαβασιλείου θυμάται ότι είχε έρθει στην Κύπρο ακριβώς την εποχή που στην Ελλάδα είχαν πέσει οι υπογραφές για το 1ο Μνημόνιο: η αρχή της σύγχρονης τραγωδίας. Από τότε μοιάζει σαν να έχει περάσει ένας αιώνας, αλλά η ενδοσκοπική ποίηση του Ρίτσου μοιάζει ολοένα να βαραίνει λυτρωτικά πάνω στο στομάχι μας. Όπως όλοι οι μυθικοί πρωταγωνιστές της «Τέταρτης Διάστασης», η Ελένη απευθύνεται σ’ έναν βουβό ακροατή προβαίνοντας σ’ έναν επώδυνο απολογισμό κατά τη διάρκεια του οποίου αναμετριέται με την ηθική και φυσική φθορά και τη ματαιότητα της ύπαρξης. «Τέταρτη διάσταση» είναι πάντοτε ο ιστορικός χρόνος, που ωθεί τον προσχηματικό ήρωα να μετρήσει την αξία και τον αντίκτυπο των πράξεών του και τον αναγνώστη- θεατή να τον αντιπαραβάλλει με το παρόν (του).
 
Ο Παπαβασιλείου επιτρέπει στην ποίηση να δραπετεύσει από το χαρτί, να εξαερωθεί σαν σύννεφο πάνω από το Καρλόβασι, να περάσει από την Τροία και τη Σπάρτη και να αιωρηθεί πάνω από τη Λευκωσία. Γίνεται η γλώσσα, συμπιέζεται στην ιδέα, μετατρέπεται σε μια άφυλη και εξασθενημένη ψυχή, απελευθερωμένη από τη φιλαρέσκεια και την αίγλη, αποφασισμένη να μας μοιρολογήσει όλους. Ο ηθοποιός μοιάζει να έχει καταληφθεί από το πνεύμα του ποιητή, με τον λόγο αλλά και τις παύσεις του να φανερώνουν και να αποκρύπτουν ταυτόχρονα, επιτρέποντας τα σήματα των πολλαπλών ερμηνειών να σφυροκοπούν τις κεραίες των θεατών. Το λέει άλλωστε και η ίδια η Ελένη: «Στον αέρα μένει βαριά η ανάσα της σιωπής, κι ο βόμβος της σιωπής κάτω απ’ τ’ άδεια καθίσματα, μαζί με φλούδες από ηλιόσπορους και στριμμένα εισιτήρια, με κάτι κουμπιά, ένα μαντίλι δαντελένιο, ένα κομμάτι κόκκινο σπάγγο».
 
Είμαι περίεργος τι θα μου «πει» την επόμενη φορά.
 
Φιλgood, τεύχος 226.