Σωτήρης Π. Βαρνάβας: «Διαστάσεις του χωροχρόνου», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2018.
 
Παραγωγικός, συνεπής, επιμελής και στοχοπροσηλωμένος ποιητής ο Σωτήρης Βαρνάβας. Έχει αδιάλειπτη εκδοτική παρουσία από τότε που πρωτοεξέθεσε το έργο του στο αναγνωστικό κοινό το 2006, με τη συλλογή «Ψήγματα Απείρου». Στο υπό παρουσίαση πέμπτο ποιητικό βιβλίο, τον Σ.Β. απασχολεί ο χωρόχρονός, ως αισθητική αλλά και ως φιλοσοφική κατηγορία. Στους καινούργιους του στίχους όλα προβάλλουν αλληλένδετα, διαλεκτικά, συνεκτικά και αλληλοεπικουρούμενα. Θα έλεγα ότι παρατηρείται μια χωροχρονική συνάφεια και συνέχεια σε όλο το βιβλίο.
 
Η φαντασία του ποιητή είναι υψιπέτης. Η αέναη και εναγώνια αναζήτηση του για γνώση, για ψυχή, για φως, είναι παλμώδης, συγκινητική, ευαίσθητη έως εύθραυστη: «Κι όπου με χάσεις σε κλειδαράδικα / κι όπου με βρεις σε λεξικά / κλειδί ψάχνω ψυχής / και δοκιμές με υλικά που είναι άυλα / τροχάω τις ώρες μου». (σελ. 15)
Ο ποιητής αναζητεί και αναδεικνύει την ανάταση ψυχής, τη ψυχική ευφορία. Και θλίβεται όταν δεν την εντοπίζει: «Πουθενά μια αναφορά για την περιοχή του γαλάζιου / για το πού θα κινηθεί / θα επανέλθει άραγε για λίγο στον ορίζοντα / του ουρανού τη μοναξιά να αραιώσει;» (σελ. 17)
Συλλογή με συλλογή, η ποίηση του Σ.Β. γίνεται ολοένα και πιο αφαιρετική και συνάμα ολοένα και πιο συμπυκνωμένη. Τα κλειδιά του πιο βαθιά αλλά και πιο δύσβατα, το ίδιο και οι συμβολισμοί του, ενίοτε και οι αλληγορίες που μετέρχεται.
 
Η επαφή με τη γη πάντα συγκινεί και σαγηνεύει τον ποιητή. Ας μη ξεχνάμε πως είναι και πανεπιστημιακός καθηγητής γεωλογίας. Οι μυρωδιές, τα χρώματα και ό,τι άλλο έχουνε τα χώματα ενεργοποιούν τα αισθητήριά του, ξυπνούν μνήμες. Μα κυρίως η αφή με τη γη τον ενδυναμώνει, ως άλλο Αίαντα, και αισθητικά. Παίρνει έμπνευση, δύναμη, θάρρος και κουράγιο από τη γη: «Ξεχορταριάζοντας τις τριανταφυλλιές / ένα δυο φύτρες δυόσμου / στα δάκτυλα οι μυρωδιές / που κράτησαν με νύχια και με δόντια / να μην αλλοιωθούν από τα φυτοφάρμακα / που πέφτανε βροχή / απ’ της γειτονιάς μου τα μπαλκόνια. / Να μην αλλοιωθεί η αλήθεια / γράφει το στίχο ο ποιητής / τίποτε παραπάνω τίποτε λιγότερο / πίσω στη θέση της η πέτρα / ανάσα να’ χει η σαύρα». (σελ. 31)
Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ και στα ποιητολογικά ποιήματα του Σ.Β. Παραθέτω ένα μικρό δείγμα από ένα άρτιο συναφές ποίημα: «Τρέφομαι λέξεις / Όσο και το ψωμί ζέστες / από τα χείλη των ψαράδων… / Εύλογο να ομιλώ σε ιδίωμα θάλασσας». (σελ. 34)
Στην ποίηση του Σ.Β. παρατήρησα και μια σύζευξη της φυσιολατρίας με τον ερωτισμό. Ο ποιητής απολήγει σε ύμνο της αγάπης, ενώ αρχινά το ποίημά του υμνολογώντας τα καλά του σπιτικού του κήπου. Επιχειρεί δε αυτή τη σύζευξη χαμηλόφωνα, αρμονικά, με διαλεκτική αλληλουχία εικόνων και νοημάτων, χρωμάτων και αρωμάτων μέχρι ήχων και φωνών: «Δεν ξέρω από καλλωπιστικά / μα τούτες οι τριανταφυλλιές / καιρό κάνουν πλεξούδες / με της ροδιάς κλαδιά / και της πορτοκαλιάς τα φύλλα / και στεφανώνουνε τις λέξεις σου / – ν’ ανθίσουνε θέλουνε φως / και πιάσανε ουρανό – / Ξεχωριστός του κήπου μας ο τόπος / κενό εκεί / ποτέ δεν άφησε η φωνή σου». (σελ. 37) Βέβαια, και σε αρκετά  άλλα ποιήματά του παρατηρείται ερωτική απόληξη, ενώ η αφετηρία είναι άλλη.
Ωστόσο, η κύρια έννοια που πραγματεύεται ο Σ.Β. στα πλείστα ποιήματα του ενδεχομένως να μην είναι ούτε ο χρόνος, ούτε ο χώρος, όπως προϊδεάζει ο τίτλος της συλλογής, αλλά η μνήμη. Η μνήμη και η αδήριτη εσωτερική ανάγκη για τη διαφύλαξή της, δεν απασχολεί μόνο το γράμμα των στίχων του ποιητή, αλλά και το πνεύμα που τους διέπει.
Πολλές φορές οι εισαγωγές των ποιημάτων του Σ.Β., καθώς επιχειρεί να μπάσει τον αναγνώστη στην ατμόσφαιρα που επιθυμεί, μοιάζουν με νατουραλιστικούς πίνακες, με απαλά χρώματα κι ένα ήπιο φως να διαχέεται παντού.
Ο ποιητής συνδιαλέγεται με τη γη, τον ουρανό, αλλά και τη θάλασσα. Αυτός κι αυτές είναι οι κύριοι συνομιλητές του. Ορίζει για τον εαυτό του το ρόλο του παρατηρητή, αλλά δεν είναι αποστασιοποιημένος. Εκστασιάζεται, συγκινείται, ενθουσιάζεται και ενίοτε συνθλίβεται στη θωριά τ’ ουρανού, της γης ή της θάλασσας. Εδώ απλά σαγηνεύεται και φιλοσοφεί: «Τόσες δαντέλες στο λαιμό της γης / Αλλού να ξόδεψε ο ουρανός δεν ξέρω / Γνήσια μια γλώσσα ομιλούν οι ακτές / Δίχως διερμηνείς / Τίμια συνδιαλέγεται η πέτρα με το κύμα». (σελ. 60)
Αρκετοί στίχοι του Σ.Β. είναι κυπρογενείς, υπό την έννοια ότι έχουν κυπριακή αφετηρία, κυπριακό έναυσμα, κυπριακή ρίζα. Πολύ λιγότερες είναι οι αναφορές στην Κύπρο του σήμερα, αλλά και οι λογοδοσίες απέναντι στη δοκιμαζόμενη πατρώα γη. Η απόσταση, ενδομύχως, γεμίζει με ενοχές τον ποιητή, που πικραινόμενος εν εαυτώ μονολογεί: «Χωροτάκτες κακοί / χωρίσανε στα δυο τη χώρα μου / κι όλο γυρεύω κάτι από κει / σε άλλα μέρη, ανάμνηση / κι άλλη ανάμνηση / όλες τις συγκεντρώνω μία μία / κι όλο τη γη μου χτίζω απ’ την αρχή / γλυκύ φορτίο». (σελ. 78)
Ωστόσο, η Κύπρος των παιδικών και εφηβικών χρόνων του ποιητή προβάλλει παντού. Και είναι αγνή, καθάρια, ολόφωτη, αυθεντική, αφτιασίδωτη, αθώα, όπως και ο ίδιος ο Σ.Β. τότε, σε εκείνα τα χρόνια. Η Κύπρος της πραότητας και της αγαθοσύνης. Η Κύπρος των κάλων καιρών και των ελπιδοφόρων.