Ιάσωνας Σταυράκης: «Είμαι», αυτοέκδοση Παλινωδίαι, 2019
Εννέα μόλις ποιήματα, τόσα περιλαμβάνει η ευσύνοπτη συλλογή υπό τον γενικό τίτλο «Είμαι», υπήρξαν υπεραρκετά, προκειμένου ο Ιάσωνας Σταυράκης να δώσει το αισθητικό, ιδεολογικό, κοσμοθεωρητικό και θεματογραφικό του στίγμα. Χαίρομαι καθώς διαπιστώνω ότι ο ποιητής παραμένει συνεπής σε όλες του τις στοχεύσεις. Όλες τις αρχές και όλα τα οράματά του. Όπως σημείωνα και το Δεκέμβρη του 2014, παρουσιάζοντας προηγούμενη δουλειά του, τα μηνύματά του είναι «μηνύματα κοινωνικής ευθύνης, συλλογικότητας και συνάμα αντισυμβατικότητας, ενάντια στα καθιερωμένα, τα τετριμμένα και τα παγιωμένα». (Φιλελεύθερος, 8 Δεκεμβρίου 2014, σελ. 25)
Εννέα μόλις ποιήματα, τόσα περιλαμβάνει η ευσύνοπτη συλλογή υπό τον γενικό τίτλο «Είμαι», υπήρξαν υπεραρκετά, προκειμένου ο Ιάσωνας Σταυράκης να δώσει το αισθητικό, ιδεολογικό, κοσμοθεωρητικό και θεματογραφικό του στίγμα. Χαίρομαι καθώς διαπιστώνω ότι ο ποιητής παραμένει συνεπής σε όλες του τις στοχεύσεις. Όλες τις αρχές και όλα τα οράματά του. Όπως σημείωνα και το Δεκέμβρη του 2014, παρουσιάζοντας προηγούμενη δουλειά του, τα μηνύματά του είναι «μηνύματα κοινωνικής ευθύνης, συλλογικότητας και συνάμα αντισυμβατικότητας, ενάντια στα καθιερωμένα, τα τετριμμένα και τα παγιωμένα». (Φιλελεύθερος, 8 Δεκεμβρίου 2014, σελ. 25)
Η νέα ποιητική συλλογή του Ι. Στ. ξεκινά με ένα αγριωπά τρυφερό ποίημα αφιερωμένο στο μικρό του γιο. Οι εικόνες και οι συμβολισμοί τους χαρακτηρίζονται από ευκρίνεια και αθωότητα. Από τις μηχανές που αρέσουν στο παιδί, ο ποιητής καταλήγει στην ανθρώπινη μηχανή που είναι το μυαλό. Και προσπαθεί να εξηγήσει τις λειτουργίες του μυαλού στο παιδί του: «Κι αν μάθεις πως δουλεύει / εμφανίζει στα χείλια του / σταυρωτά αλυσοπρίονα / που ξεκοιλιάζουν της ομίχλης / την πλεύση». (σελ.13) Προφανέστατα, το δίδαγμα του πατέρα – ποιητή προς το παιδί του είναι πως από το πόσο καλά δουλεύει το μυαλό μας, καθορίζεται και η ορατότητά μας, δηλαδή η ευθυκρισία μας, στη ζωή.
Ο ποιητής πραγματεύεται τη ματαιότητα της υστεροφημίας, αλλά και το μάταιο του αγωνιώδους παλέματος για την αθανασία. Και το πράττει με σαρκασμό, ειρωνεία και πικρό χιούμορ: «Ξέρω κι ένα σωρό που τα κατάφεραν. / Και τι κατάφεραν άραγε; / Κοσμούν πάρκα και πλατείες / με κάτι μανδύες από λευκό / κι άψυχο μάρμαρο. / Κι αν δεν έχει τα μάτια ανοικτά / του δήμου ο υπάλληλος / φυτρώνουν χορτάρια δίπλα τους / και γεμίζουν τα σμιλεμένα μούτρα τους / με κουτσουλιές / καθώς κάνουν τα πρωινά την βόλτα τους / τ’ αδέκαστα περιστέρια». (σελ. 14-15) Θα έλεγα ότι πρόκειται περί μίας χλεύης ανάλαφρης και ραφιναρισμένης, χωρίς πόζα, επιτήδευση και ηχηρότητα.
Τα νέα ποιήματα του Ι. Στ., σχεδόν στην ολότητά τους, εκβάλλουν πεσιμισμό και αηδία μαζί. Ένα αίσθημα οργιώδους πίκρας διαχέεται παντού: «Είμαι αυτός που εγκαταλείπει / Είμαι αυτός που τον τρώει η λύπη». (σελ. 16) Την ίδια ώρα όμως, ο ποιητής θεματοποιεί και τη δυνατότητα που δεν αξιοποιήθηκε, υποδεικνύοντας έτσι προοπτικές που δεν ανοίχθηκαν, ενώ θα μπορούσε να είχαν ανοιχθεί: «Είμαι το γράμμα που δεν έχεις στείλει / Είμαι της θλίψης το μαύρο μαντήλι / Είμαι το λάθος που έχουν γεννήσει / Είμαι φωτιά στου ηλίου τη δύση». (σελ. 18)
Τεχνοτροπικά, μορφολογικά, ακόμη και υφολογικά, πιστεύω ότι ο ποιητής θέτει σε συνεχή εγρήγορση και κίνηση, όλες του τις δυνάμεις, όλες του τις δυνατότητες. Πειραματίζεται, δοκιμάζει και δοκιμάζεται, ασκείται, γυμνάζεται. Είναι ένας ποιητής ανήσυχος, αισθητικά, θεματικά και άλλως πως.
Ο Ι. Στ. μοιάζει ταγμένος να αντιπαλεύει, μια ζωή με οργή, τη συμβατικότητα, τη συνθηκολόγηση, τον κομφορμισμό και την ηθικολόγο τάξη. Η ιδιότυπη αυτή στράτευση του βρίσκει την έκφρασή της, ιδιαίτερα εύγλωττα, και στα ποιήματα ποιητικής: «Θα βγάλω τα γάντια του μποξ απ’ το συρτάρι / και εις μνήμη του Χέμινγουεϊ / θα μπω στην αρένα / και θα σπάσω στο ξύλο / την εξουσία των λέξεων. / Θα τραυματίσω θανάσιμα / το αλφάβητο / τις μετοχές / και τ’ απαρέμφατα. / Θα εξοντώσω τη σύνταξη / και τα σημεία στίξης». (σελ. 20) Ο ριζοσπαστισμός διαχέεται στους πλείστους στίχους του.
Η ποίηση του Ι. Στ. έχει κάτι από την καταγγελτική πολιτική ποίηση του Μπέρτολντ Μπρέχτ, κάτι από τα πρώιμα έργα καταγγελίας του Βλαδιμίρ Μαγιακόφσκι. Πρόκειται για ποίηση οργής και κατάρας, που προβάλλει ως ύβρις αλλά και ως κάθαρση επί των κοινωνικών πεπραγμένων: «Ο Κύριος Μο κάλπαζε σαν καρκίνος στα σωθικά της κοινωνίας». Κι ήταν συνάμα: «Αλληλέγγυος. / Καταραμένος…». (σελ. 24)
Ο ποιητής αντλεί δυνάμεις από την ίδια του την πίστη σε μια αέναη, αεικίνητη πορεία προς τη σωτηρία της ανθρώπινης υπόστασης, προς τη σωτηρία της ανθρώπινης ψυχής. Έτσι, ως εραστής της περιπέτειας,, αποπνέει μια αισιοδοξία για την επικράτηση του δικαίου και της αλήθειας: «…μα ήδη αρμενίζεις / Οδυσσέας. / Δον Κιχώτης. / Ξανά». (σελ. 26)
Η ποίηση του Ι Στ. στην πεμπτουσία, την κατακλείδα και την κορύφωση της είναι ποίηση αγωνιστική, ποίηση διεκδίκησης, σαλπίσματος, ελπίδας και παλέματος. Βέβαια, ο ποιητής δεν είναι αιθεροβάμων κι οι ελπίδες του δεν είναι φρούδες. Αισιοδοξεί κι ελπίζει χωρίς να παύει ούτε στιγμή να είναι ωμά ρεαλιστής, σκληρός με τη ζωή, όσο σκληρή είναι κι αυτή απέναντί μας. Οι στίχοι από το τελευταίο ποίημα της συλλογής, που φέρει τίτλο «Ελπίδα», είναι ενδεικτικοί: «Κόβει το κράτος το ψωμί. / Σήμερα δεν ήταν η σειρά μας. / Η σειρά μας δεν θα ‘ρθει. / Με σάλια και μελανιές / θα φτιάξουμε το ψωμί μας. / Με αίμα το προζύμι. / Και θα φουσκώσουν τα γόνατα μας. / Και θα γίνουμε ένα / με τον εσώτατο μας εαυτό / και δεν θα υπακούμε / γιατί όσο υπάρχει ελπίδα / θα στεκόμαστε στη σειρά / με τ’ αποφάγια του ονείρου / να κρατούν / το νήμα της ζωής / νηστικό». (σελ. 27)
Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση θέλω να εκφράσω την ακλόνητη πεποίθηση μου ότι ο Ι. Στ., ενόσω γράφει ποίηση, έτσι θα συνεχίσει. Γι’ αυτή τη νευρώδη ποίηση είναι ταγμένος και αυτήν θα υπηρετεί μέχρι τέλους.