«Θα έχουμε προσεχώς θεατρική στέγη αλλά για να στεγάσουμε ΤΙ σ’ αυτή;» διερωτάτο ο κυπριακός τύπος το 1965, όταν με αμηχανία και αδημονία η Λευκωσία παρακολουθούσε την ανέγερση του πρώτου της νευραλγικού πολιτιστικού πνεύμονα. Η άμεση απάντηση ήταν εφήμερη, αλλά εντυπωσιακή και δόθηκε στα εγκαίνια το 1967 όταν το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας παρουσίασε το «Μυστικό της Κοντέσσας Βαλέραινας» του Ξενόπουλου, με το παρθένο φιλοθέαμον κοινό να χαζεύει την 79χρονη Κυβέλη στον ομώνυμο ρόλο που σφράγισε την τελευταία της περίοδο στη σκηνή.
Η ουσιαστική απάντηση για την «ανάλογη τέχνη» που έπρεπε να παρουσιαστεί στο νέο στολίδι της πόλης δόθηκε με τα χρόνια όταν ο χώρος δεν έγινε απλώς μια φιλόξενη εστία πολιτιστικής δράσης, αλλά συνδέθηκε με τα ιστορικά μπουσουλίσματα του ΘΟΚ και τη δυναμική του οργανισμού κατά τις πρώτες τρεις δεκαετίες της πορείας του. Δεν είναι τυχαίο που ακόμη και σήμερα που το στεγαστικά θαλασσοδαρμένο κρατικό θέατρο έφτασε πια εδώ και χρόνια στην Ιθάκη του, απολαμβάνοντας σύγχρονες ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, πολλοί εξακολουθούν να αποκαλούν εσφαλμένα το κτήριο του Δημοτικού Θεάτρου Λευκωσίας, «ο ΘΟΚ».
Παρακολουθώντας δια ζώσης το βράδυ της Τρίτης την τελετή των εγκαινιών του ανακαινισμένου κτηρίου σε κάποια στιγμή στο πρώτο μέρος… ξεχάστηκα και νόμιζα ότι γύρισα πίσω στο 2012 και στην τελετή εγκαινιών της έδρας του κρατικού θεάτρου. Κι αυτό γιατί εκτός από τα κτηριολογικά παραλειπόμενα κι όσα αφορούσαν την ανέγερση του Δημοτικού Θεάτρου πίσω στη δεκαετία του ’60, το κύριο μέρος του βίντεο- αφιερώματος ήταν μια αναδρομή στην ιστορία του ΘΟΚ- κι όχι του κτηρίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι το αρχειακό υλικό περιλάμβανε παραγωγές που δεν συνδέθηκαν με τον συγκεκριμένο χώρο!
Είναι αδύνατον για κάποιον με στοιχειώδη γνώση για πρόσωπα και πράγματα να μη συγκινηθεί παρακολουθώντας παράλληλα τα ιερά τέρατα του κυπριακού θεάτρου να παραδίδουν ζωντανά τη σκυτάλη στις επόμενες γενιές, καταθέτοντας με όλη τη μεγαλοπρέπεια ένα εράνισμα από λόγια εμβληματικών ρόλων που δόνησαν στο πέρασμα το χρόνου κατά κύριο λόγο τους τοίχους του Δημοτικού Θεάτρου. Για τον ΘΟΚ ωστόσο ο κύκλος εκεί έχει ουσιαστικά κλείσει εδώ και 15 χρόνια. Από συμβολικής άποψης και μόνο θεωρώ ότι το μήνυμα έπρεπε να αφορά το μέλλον του χώρου. Και δεν είμαι σίγουρος ότι είναι το ίδιο μ’ αυτό που επικαλέστηκε η Νίκη Δραγούμη ως εκπρόσωπος της νεότερης γενιάς.
Δεν λέω ότι «απαγορεύεται» να παρουσιάζεται θέατρο στον συγκεκριμένο χώρο. Έχει άλλωστε όλες τις τεχνικές και χωροταξικές προδιαγραφές να φιλοξενήσει τις πιο απαιτητικές παραγωγές. Από το 1965, πάντως, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι και το τελευταίο πρόβλημα που έχουμε είναι το ΤΙ θα στεγάσουμε σε μια πολιτιστική στέγη. Επίσης, η ευρύτερη Λευκωσία κάθε άλλο παρά στερείται στις μέρες μας χώρων που δύνανται να φιλοξενήσουν επαρκώς καλλιτεχνικές δράσεις -ειδικά θεατρικές.
Κάποια επιμέρους τεχνικά προβληματάκια που προέκυψαν στην τελετή σε σχέση με τον ήχο και τους φωτισμούς ήταν αναμενόμενα και συγχωρητέα σε μια δοκιμαστική, ουσιαστικά, εκδήλωση. Και αναδεικνύουν ακριβώς την ανάγκη εξοικείωσης του προσωπικού με τη νέα τεχνολογία και τα διαμορφωθέντα χαρακτηριστικά του χώρου.
Εφόσον πρέπει να ξεχάσουμε οριστικά το Μέγαρο Πολιτισμού, ο χώρος καλείται να «σηκώσει» το βάρος παραγωγών υψηλής ποιότητας με συναυλίες, όπερες, μπαλέτα, οπερέτες, ρεσιτάλ κ.ο.κ. κι όπως άνοιξε κάποτε τον δρόμο στον ΘΟΚ, να αγκαλιάσει πλέον τη Συμφωνική Ορχήστρα οδηγώντας τη στη δική της νέα εποχή. Δεν είναι μόνο τα όσα είπε ο Γενς Γκέοργκ Μπάχμαν πριν ανοίξει το τελευταίο μέρος της εκδήλωσης. Η ορχήστρα λειτουργούσε στον χώρο σαν ψάρι στο νερό. Με μελετημένη ακουστική, άνεση χώρου και κατάμεστη την πλατεία το επίπεδό της έμοιαζε να απογειώνεται εκτελώντας τα αποσπάσματα από τα «Δύο Βυζαντινά Σκίτσα» του Σόλωνα Μιχαηλίδη και από τη 2η Συμφωνία του Μπετόβεν. Η όρεξη άνοιξε και ήδη ετοιμάζεται να μάς παρουσιάσει του χρόνου και όπερα.
Ο Δήμος Λευκωσίας και το ΥΠΠ καλούνται να βρουν τους κατάλληλους μηχανισμούς αξιοποίησης της νέας, προηγμένης υποδομής. «Νέας» είπα; Λάθος, φυσικά. Ο ίδιος ο δήμαρχος το παραδέχτηκε: «δεν ξεκινούμε, συνεχίζουμε». Αν ξεζουμάρει κανείς κι είναι ελαφρώς κακοπροαίρετος διαπιστώνει ότι η γενική εικόνα δεν απέχει πολύ από μια προσπάθεια επανοικοδόμησης των αυτονόητων της δεκατίας του ’60, που τα εκτιμήσαμε όταν τα χάσαμε. Όπως και σε πολιτικό επίπεδο.