«Ο Βαφτιστικός» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Λάρκου στον ΘΟΚ.
Μια παλιά καλή οπερέτα μέσα στο κατακαλόκαιρο ποιον άλλο στόχο μπορεί να έχει παρεκτός να διασκεδάσει το κοινό; Να το διασκεδάσει και να το ψυχαγωγήσει ποιοτικά, εννοώ, δεν μιλάω για στεγνό χαβαλέ, που κι αυτός στο παιχνίδι είναι αλλά όχι στο γήπεδο του επαρκώς επιχορηγούμενου κρατικού θεάτρου. Το τίμημα που πληρώνει ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου για την ευμενή αυτή θέση –που καλώς βρίσκεται, για να λέμε και τ’ αυτονόητα- είναι αυτή η καθημερινή πίεση, η υποχρέωση να δίνει κάθε φορά εξετάσεις, όλοι να τον περιμένουν στη γωνιά και να λατρεύουν να τον μισούν (από αγάπη) και να έχουν πάντα υψηλές απαιτήσεις από τις παραγωγές του.
Λυρική Σκηνή στην Κύπρο δεν έχουμε κι ούτε θα αποκτήσουμε, όχι αυτόν τον αιώνα αλλά ούτε τον αιώνα τον άπαντα. Συνεπώς ο ΘΟΚ και η κρατική ορχήστρα θα καλούνται ενίοτε να καλύψουν αυτό το κενό κι αν η παραγωγή όπερας, που έχει ήδη εξαγγελθεί για το φθινόπωρο του 2020, φαντάζει ένα εξαιρετικά φιλόδοξο πρότζεκτ, η σοβαρή παραγωγή μιας οπερέτας αποτελεί έναν στόχο σαφώς πιο βατό. Αρκεί, φυσικά, να αντιμετωπιστεί με τη δέουσα σοβαρότητα.
Η πρεμιέρα της παράστασης του «Βαφτιστικού» ξεκίνησε μ’ ένα αναπόφευκτο μούδιασμα, αφού ελλάχιστες ώρες πριν το τρίτο κουδούνι είχε ανακοινωθεί ο θάνατος του Δημήτρη Χριστόφια και είχε προκύψει σοβαρό ενδεχόμενο αναβολής. Τελικά διεξήχθη κανονικά για πρακτικούς λόγους, όμως αναπόφευκτα το θλιβερό μαντάτο και η αναστάτωση που προκλήθηκε διαδραμάτισε τον δικό της ρόλο στο διαμορφωθέν κλίμα, ενώ δεν άφησε ανεπηρέαστη και την προσέλευση.
Σε κάθε περίπτωση, έχω την αίσθηση ότι το «μελοδραμάτιον» -όπως αποδόθηκε κάποτε η οπερέτα στα ελληνικά, χωρίς ο όρος να επικρατήσει- είναι ένα είδος που προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα στο κυπριακό κοινό. Δεν υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλές και περιορίστηκε κυρίως σε κάποιες δροσερές καλοκαιρινές απόπειρες. Ίσως να μην κάνει και τόσο γκελ στο κυπριακό κοινό όσο στο ελληνικό, εξαιτίας ίσως μιας γαλλικής και κεντροευρωπαϊκής αύρας κι ενός αστισμού που αποπνέει.
Δεν ψέγω τον ΘΟΚ που αποφάσισε να τεστάρει ξανά την απήχηση που έχει η αθηναϊκή οπερέτα στο σύγχρονο κυπριακό κοινό, είναι απολύτως φυσιολογικό αν αναλογιστεί κανείς πόσο συχνά ανεβαίνουν στην Ελλάδα με προσεγμένες προδιαγραφές, τέτοιες παραγωγές. Κι ένα παραπάνω το συγκεκριμένο έργο του Θεόφραστου Σακελλαρίδη που θεωρείται το δημοφιλέστερο στο είδος του μαζί με τους «Απάχηδες των Αθηνών» του Χατζηαποστόλου. Σε καμιά περίπτωση, για να κλείσω το θέμα, η εμπορική επιτυχία δεν μπορεί να είναι μπούσουλας για το κρατικό θέατρο και πολύ ορθώς έπραξε και δοκίμασε την τύχη του.
Πολύ ορθώς έπραξε κι ο Παναγιώτης Λάρκου που δεν έπεσε στην παγίδα μιας νοσταλγικής, κλασικότροπης και παλιομοδίτικα πιστής στο αρχικό κείμενο προσέγγισης, αλλά ούτε και μιας υπερφίαλης, υπερσύγχρονης και στρογγυλεμένης ματιάς. Άφησε το κείμενο να αναπνεύσει με καίριες παρεμβάσεις, προσέδωσε έναν φρενήρη ρυθμό, απελευθέρωσε το χιούμορ, εξασφάλισε μια απαράμιλλη χημεία στην ετερόκλητη υποκριτική του ομάδα. Παράλληλα, έριξε το βάρος στην πρόζα, αφού όμως πρώτα σιγούρεψε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα στο λυρικό μέρος. Με εύστοχες έμψυχες ενέσεις από την Ελλάδα -προεξάρχουσας της μπαρουτοκαπνισμένης στο είδος αλλά πάντα φρέσκιας Τζίνας Πούλου- και τη συνδρομή της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου πέτυχε την ιδανική για τον ίδιο σύσταση ενός αποφασισμένου υβριδικού θιάσου.
Τα πρώτα λεπτά κυλούν αναγνωριστικά και ίσως προκαλούν έναν σκεπτικισμό. Ο θεατής καλείται κι αυτός να απελευθερωθεί, να πιστώσει τους καλλιτέχνες με τον χρόνο που χρειάζονται για να πάρουν φόρα ξεδιπλώνοντας τη διασκεδαστική και ανατρεπτική δομή του έργου και παρασύροντας το κοινό στον οίστρο τους. Οι φωνές δεν είναι όλες γλυκόλαλες, ειδικότερα επειδή αδικούνται από τη σύγκριση με την υψηλού επιπέδου ερμηνεία της πρωταγωνίστριας. Σημασία, όμως, έχει ότι δεν αδικείται το εμπνευσμένο και πολυσυλλεκτικό όραμα του Σακελλαρίδη, αν αναλογιστούμε ότι στόχος του ήταν να μας ψυχαγωγήσει. Το όλο αποτέλεσμα υποστηρίζεται από ένα δημιουργικό σύνολο και τις απαραίτητες προϋποθέσεις που, καλώς ή κακώς, μόνο το κρατικό θέατρο μπορούσε να εξασφαλίσει.
Φιλgood, τεύχος #230