Κυριάκος Στυλιανού, «Σε δεύτερο ενικό», Βιβλιοεκδόσεις Αναζητήσεις, 2019. 
 
Ο Κυριάκος Στυλιανού, ύστερα από τέσσερις συλλογές διηγημάτων, θέλησε να δοκιμάσει τον εαυτό του και στον ποιητικό λόγο. Μεταξύ των πεζογραφικών και των ποιητικών δοκιμών του υπάρχουν συγκλίσεις, υπάρχουν όμως και αποκλίσεις. Πιστεύω ότι η κύρια συγκλίνουσα παράμετρος έχει να κάμει με τη λιτότητα και την απλότητα των εκφραστικών του μέσων. Η δε βασικότερη απόκλιση που εντοπίζω έχει να κάμει με την έφεση στους πειραματισμούς και τη νεωτερικότητα του πεζογραφικού λόγου από τη μια, η οποία μπορεί να αντιπαραβληθεί με μια πιο συμβατική και λιγότερο εύτολμη προσπάθεια, που θεωρώ ότι χαρακτηρίζει τον ποιητικό του λόγο, από την άλλη.
 
Η πρώτη ποιητική συλλογή του Κ.Σ. φέρει τίτλο: «Σε δεύτερο ενικό» και σε αυτήν ο ποιητής απευθύνει συνεχώς τον λόγο του σε κάποιο δεύτερο πρόσωπο, που στις πλείστες των περιπτώσεων δεν είναι άλλος από τον ίδιο του τον εαυτό. Για την ακρίβεια θα έλεγα ότι ο ακροατής είναι το alter ego του ποιητή – συγγραφέα.
 
Όπως και στα διηγήματά του, ομοίως και στα ποιήματά του, ο Κ.Σ. διακρίνεται από την έφεση να υπηρετήσει τις μεγάλες ιδέες, τα βαθιά νοήματα και τα υψηλά οράματα όπως η ανθρωπιά, η ειρήνη, η αγάπη κλπ. Αφού πρόκειται για τα πρώτα ποιήματα που εκδίδει, σε αυτά είναι διάχυτο και το ποιητολογικό στοιχείο: «Γιατί βιάστηκες / την πόρτα του ποιήματος κατάμουτρα να κλείσεις / σ’ αυτούς που το όπλο τους πέρα μακριά πέταξαν, / συνάνθρωπό τους μήπως βλάψουν… / Δεν είναι γι’ αυτούς που γράφονται ποιήματα;». (σελ. 9)
Γενικά, θα χαρακτήριζα ολόκληρη τη συλλογή ως ένα μονόλογο εν εαυτώ. Ο ποιητής συνομιλεί, διαλογίζεται, αντιπαραβάλλει σκέψεις και επιχειρήματα με τον εαυτό του. Ωστόσο, η ματιά του είναι οικουμενική. Η σκέψη και η έγνοια του περικλείουν όλο τον κόσμο, όλα τα προβλήματα που ταλανίζουν τον πλανήτη. Κι όλα αυτά φωτίζονται, αφήνοντας μια πικρή και συνάμα στυφή γεύση: «…μικρά ποδοπατημένα γράμματα, / αγίνωτες λέξεις, / ανάσκελα / να κοιτούν τον ουρανό, / εκατομμύρια αγκαλιές / που δεν πρόλαβαν να κλείσουν, …». (σελ. 13)
 
Τον Κ.Σ. ενοχλούν οι αδιαφιλονίκητες, οι αδιαμφισβήτητες αλήθειες, οι ακλόνητες πεποιθήσεις, οι απαρασάλευτες και κατηγορηματικές θέσεις. Θέλγεται από την αμφιβολία, ενώ απωθείται από την καταδίκη της όποιας άποψης. Και το εκφράζει ευσχήμως: «Ένα παραμύθι / δε ρωτάει ούτε γιατί / ούτε δικαστήρια στήνει». (σελ. 21)
 
Τα ποιήματα του Κ.Σ. μοιάζουν με εκλαϊκευμένα αποφθέγματα. Αν και τα τραυματίζουν αισθητικά κάποιες κοινοτυπίες και φράσεις κλισέ του καθημερινού συρμού, οι οποίες παρεισφρέουν στους στίχους του. Π.χ., απευκταίες, κατά την άποψή μου, θα ήταν φράσεις όπως «στον ανήφορο της ζωής σου» ή «Μακρύς ο δρόμος σου», «σελ. 12) κλπ. Το φαινόμενο βέβαια θα πρέπει να αποδοθεί στην προσπάθεια του ποιητή να γράψει απλά, λιτά και κατανοητά. Όπως ευστόχως το διατύπωσε ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης: «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη….». Από αυτή την αρχή φαίνεται ότι καθοδηγείται και ο Κ.Σ., έστω κι αν το αποτέλεσμα δεν δικαιώνεται πάντοτε.
 
Από την άλλη, οφείλω να αναγνωρίσω ότι η αποφθεγματικότητα συχνά αποφέρει επαρκές νοηματικό και αισθητικό αποτέλεσμα, όπως: «Οι μνήμες τα όνειρά μας τρέφουν». (σελ. 24) Και άλλες ανάλογες στιγμές στο βιβλίο.
 
Ο ποιητής πότε ξαναγίνεται ο ίδιος παιδί, επιστρέφοντας νοητά σε αυτή την ηλικία, πότε αναφέρεται στα παιδιά τού σήμερα, και πότε στα δικά του παιδιά. Τα παιδιά συμβολίζουν το αυτονόητο, την ελπίδα, το αύριο, το μέλλον. Έτσι ο ποιητής τα περιβάλλει με περισσή αγάπη και τρυφερότητα, διερωτώμενος: «Αν όλοι οι μεγάλοι τα βράδια ξάπλωναν σε παιδικά / κρεββάτια;». (σελ. 15)
 
Την ίδια ώρα, στους στίχους του Κ.Σ. διακρίνω κι έναν έμμεσο ψόγο στην ανθρώπινη εσωστρέφεια και τον απομονωτισμό: «Τις αγκαλιές τους σαν ανοίγουν, / η καρδιά σου και πάλι κλειστή». (σελ. 19)
 
Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση θέλω να σημειώσω πως πίσω από τα απλά και λιτά λεκτικά σχήματα του Κ.Σ. κατοικοεδρεύουν αξιοσημείωτα νοήματα και μηνύματα, σημαντικό αισθητικό κάλλος και μια άδολη, σχεδόν αθώα ποιητική υπόσταση. Από την άλλη, φαινομενικά ο κυπροκεντρισμός και η κυπριακή θεματική λανθάνουν, αλλά λανθάνουν μόνο φαινομενικά. Στην ουσία ένα άρωμα πατριδογνωσίας  πλανάται παντού. Άλλοτε γίνεται λιγότερο και άλλοτε περισσότερο έκδηλο. Όπως στην περίπτωση που ακολουθεί: «Συνήθισες / βλέμμα αντί για πρόσωπο, / επιφώνημα για λέξη, / λέξη αντί για φράση. / Βολεύτηκες / πίσω από μισές αναπνοές / πατρίδες που κόπηκαν στα δυο». (σελ. 37)
 
Είμαι σίγουρος ότι ο Κ.Σ. θα επανέλθει ποιητικά ξανά και ξανά, όπως επανήλθε πεζογραφικά επανειλημμένα και κάθε επόμενη φορά θα παρουσιάζεται πιο μεστός, πιο εύστοχος, αλλά πάντοτε ακούραστα συνεπής και αθεράπευτα πειραματιζόμενος εργασιομανής.