Ακούγοντας «με μια ανάσα» ένα ποιητικό αφήγημα. 
 
Η απλότητα δεν είναι απλό πράγμα, έλεγε ο Τσάρλι Τσάπλιν. Στην περίπλοκη και περισπαστική εποχή μας, το αίτημα αυτό είναι ακόμη πιο επίκαιρο. Ξεκουράζει και ξεκαθαρίζει το μυαλό όταν έχεις την τύχη να το συναντήσεις. Ένα μυαλό που έχει ρυθμιστεί και εθιστεί να λειτουργεί συνεχώς στα κόκκινα, απασχολημένο συνεχώς με κάτι, αγκομαχάει και αντιδρά όταν εισέρχεται προσωρινά σε καθεστώς έλλειψης ερεθισμάτων. Έχουμε αρχίσει να συνηθίζουμε το τέρας και να του μοιάζουμε. Έτσι, είναι φαινόμενο του καιρού οι παραστάσεις να φλερτάρουν συνεχώς με την ολοένα και πιο εκλεκτική προσοχή του κοινού σε σημείο που κύριο ζητούμενο δεν είναι η επικοινωνία ή η ψυχαγωγία, αλλά ο κορεσμός. Περισσότερο από το να μάς συγκινήσουν, επιδιώκουν να μας χορτάσουν. Μεταμορφωνόμαστε σε θεατές- καταναλωτές.
 
Συνεπώς, συχνά η επιδίωξη του απλού δεν είναι απλώς ρίσκο αλλά εγγύηση αποτυχίας. Και συνήθως η επιτηδευμένη απλότητα «χτυπάει» πιο άσχημα κι από την πιο κιτσάτη εξτραβαγκάντσα. Την αξία και σημασία της τη συνειδητοποιούμε στις περιπτώσεις που προκύπτει αβίαστα. Η πιο γοητευτική απλότητα είναι εκείνη που δεν την επιδιώκεις.
 
Το πόσο μου είχε λείψει αυτό το συνειδητοποίησα το βράδυ της Τρίτης στο Αρχοντικό Αξιοθέας, έναν ιερό χώρο λατρείας του ανεπιτήδευτου, παρακολουθώντας την παράσταση – αφιέρωμα στον Διονύσιο Σολωμό «Με μια αναπνοή» με την Όλια Λαζαρίδου και τον Νίκο Ξυδάκη. Ένιωσα σαν να κράτησα την αναπνοή μου με το πού άρχισε η δισκελής αυτή πρόταση και να ξεφύσησα συνεπαρμένος έπειτα από μια περίπου ώρα. Όταν δηλαδή ολοκληρώθηκε με τους τέσσερις συντελεστές επί σκηνής να απαγγέλλουν τον στίχο «Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι’ έρμο» από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Ήταν πράγματι σαν να το έζησα όλο με μια αναπνοή.
 
Εκείνη η μία ώρα έμοιαζε με ευεργετική παρένθεση αποσύνδεσης από μια πραγματικότητα βουτηγμένη στο παράλογο, την υπερβολή, τον λαϊκισμό, αλλά κι από μια εξεζητημένη υπεραπλούστευση, μια πομπώδη απλοϊκότητα στα όρια της μπαλαφάρας, η οποία ουδεμία σχέση έχει με την απλότητα για την οποία συζητάμε. Και συζητάμε για μια παράσταση που μοιράζεται πολλά με λίγα.
 
Θέλω να ξεκαθαρίσω προς όσους δεν την έχουν παρακολουθήσει ότι δεν πρόκειται για ερμηνεία μελοποιημένης ποίησης. Οι δύο αφηγητές, η Όλια Λαζαρίδου στο πρώτο μέρος και ο Νίκος Ξυδάκης στο δεύτερο, αναδεικνύουν την ποίηση πρώτιστα ως προφορική τέχνη, ή ως μια αρχετυπική εποποιΐα, κάνοντάς τη παράλληλα να μοιάζει οικεία στ’ αυτιά του ακροατή. Ο μπαγλαμάς και η λαϊκή πινελιά του Μιχάλη Νικόπουλου με αναφορές σε τραγούδια του Άκη Πάνου και του Βασίλη Τσιτσάνη «γεμίζουν» τα κενά του ούτως ή άλλως ατελούς «Λάμπρου». Ο Σολωμός έλεγε ότι το έργο αυτό «θα μείνει απόσπασμα» προσδίδοντάς του υπόσταση αρχαίας τραγωδίας: ένας αντεστραμμένος Οιδίποδας, με τον προβληματικό ήρωα να απελευθερώνει τη «στοιβάδα της συμφοράς» αποπλανώντας εν αγνοία του την ίδια του την κόρη. Φανταστείτε δηλαδή την αφήγηση μιας λαϊκής τραγωδίας, αποδιδόμενης με τη φωνή και την εκφορά της Όλιας Λαζαρίδου, δηλαδή με μια σχεδόν αποκρυφιστική χροιά!
 
Στο δεύτερο μέρος, ο Νίκος Ξυδάκης όχι με πιάνο αλλά με την Έφη Ζαϊτίδου να τον συνοδεύει στο κανονάκι, ερμηνεύει –σαν να προσεύχεται- ποιήματα της πρώτης περιόδου του Σολωμού που έχει μελοποιήσει. Ο τρόπος με τον οποίο η εσωτερικότητα της εκτέλεσης αυτής προσεγγίζει την ποίηση του εθνικού ποιητή είναι αποκαλυπτικός. Ειδικότερα για όσους γνωρίζουν την ποίησή του μόνο από τον εθνικό ύμνο και μερικά ακόμη διάσπαρτα σπαράγματα. Μια υποβλητική, κοσμοπολίτικη μελωδία ριζωμένη στην παράδοση και τη μνήμη, φωτίζει τον πλούτο της τόσο ιδιαίτερης και προσεκτικά δουλεμένης γλώσσας του Σολωμού και τη σοφή αινιγματικότητα των θεμάτων του.
 
Δυστυχώς, ο γνωστός στίχος στον Λάμπρο «και από κει κινημένο αργοφυσούσε/ τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,/ που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα: Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα» αποδείχτηκε ενοχλητικά προφητικός. Το αγέρι που φυσούσε τη βραδιά της παράστασης δημιούργησε σοβαρά τεχνικά προβλήματα, ειδικά στο δεύτερο μέρος, τα οποία ο ηχολήπτης δεν μπόρεσε να λύσει. Ήταν λες και μια μεταφυσική δύναμη προσπαθούσε να δυσκολέψει το κράτημα εκείνης της μίας ανάσας. Αλλά δεν τα κατάφερε.
 
Φιλgood, τεύχος 231