Το νέο βιβλίο μνήμης του Γιώργου Μολέσκη «Κάθε Ιούλιο επιστρέφω».
«Κάθε Ιούλιο επιστρέφω». Τίτλος βιβλίου που κυκλοφόρησε μόλις πρόσφατα ο Γιώργος Μολέσκης. Ένα βιβλίο μνήμης. Ένα βιβλίο πληγή. Η πληγή των μαύρων ημερών που ανοίγει ξανά και ξανά με τον ανατριχιαστικό ήχο των σειρήνων κάθε 15 και 20 του Ιούλη. Ένα αφήγημα πιο πολύ αυτοβιογραφικό παρά ιστορικό. Οι μνήμες που ανακαλεί η επίσκεψη του συγγραφέα με τη γυναίκα του, τον Ιούλη του 2003 μετά που είχαν ανοίξει τα οδοφράγματα, στο χωριό του, τη Λύση. Παραστάσεις από τα παιδικά του χρόνια, εικόνες τόπων, τοπίων, σπιτιών κι ανθρώπων, εικόνες της αθωότητας πριν τη γνώση, πριν το μίσος σπάσει τους ιστούς που δέναν τους ανθρώπους σε κοινότητα.
«Κάθε Ιούλιο επιστρέφω». Τίτλος βιβλίου που κυκλοφόρησε μόλις πρόσφατα ο Γιώργος Μολέσκης. Ένα βιβλίο μνήμης. Ένα βιβλίο πληγή. Η πληγή των μαύρων ημερών που ανοίγει ξανά και ξανά με τον ανατριχιαστικό ήχο των σειρήνων κάθε 15 και 20 του Ιούλη. Ένα αφήγημα πιο πολύ αυτοβιογραφικό παρά ιστορικό. Οι μνήμες που ανακαλεί η επίσκεψη του συγγραφέα με τη γυναίκα του, τον Ιούλη του 2003 μετά που είχαν ανοίξει τα οδοφράγματα, στο χωριό του, τη Λύση. Παραστάσεις από τα παιδικά του χρόνια, εικόνες τόπων, τοπίων, σπιτιών κι ανθρώπων, εικόνες της αθωότητας πριν τη γνώση, πριν το μίσος σπάσει τους ιστούς που δέναν τους ανθρώπους σε κοινότητα.
Και, καθώς πλησιάζοντας στο χωριό του, βλέπει στο βάθος του ορίζοντα τον Χαλκόβουνο, «τον αγαπημένο λόφο των παιδικών μου χρόνων που είχε γίνει ένας μύθος όλα αυτά τα χρόνια, ένα πραγματικό βουνό, με βράχους, θάμνους και κρυψώνες για τα μικρά ζώα και τα πουλιά, τους λαγούς, τις αλεπούδες, τις πέρδικες …», τώρα ο Χαλκόβουνος «δεν ήταν παρά ένας μίζερος λόφος, κίτρινος μέσα στο δυνατό φως και τη ζέστη, ξένος και μακρινός». Ο κοινός μύθος των όπου γης προσφύγων και η προσγείωση της επιστροφής. Όπως και στον «γυρισμό του ξενιτεμένου» του μεγάλου Σμυρνιού πρόσφυγα ποιητή «τα δέντρα μου έρχονται ως τη μέση / κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια / κι όμως σαν ήμουνα παιδί …»
Η φλέβα του ποιητή Γιώργου Μολέσκη αφήνει να βγει πιο πολύ το αίσθημα παρά αυτά καθ’ εαυτά τα γεγονότα. Κάποτε η αφήγηση γίνεται στίχος: «Πάνω στους λόφους του Αλασσού / όπου έσπερνε ο πατέρας μες στις πέτρες / θαμμένη αρχαία πόλη. Και πού δεν είναι / θαμμένη μια πόλη». Άλλοτε δίνεται σε ποιητικό ανάγνωσμα: «Η βρύση εκείνη […] δεν υπάρχει πια. Από αυτή τη βρύση κρατούσα ακόμη και μια ηχητική, σχεδόν μουσική, μνήμη, τον ήχο του νερού που έπεφτε μέσα της σπάζοντας την ησυχία της νύχτας […]»
Στην πλατεία των καφενείων, η παράσταση της πρώτης τραυματικής παιδικής εμπειρίας του αίματος. Όταν ήρθε το μίσος… «Πλησιάζω. Στον δρόμο μπροστά από το καφενείο, βλέπω το ξεραμένο αίμα του νεκρού. Στέκω και το κοιτάζω σαν μαγνητισμένος, δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι αυτό που με κάνει να θέλω να το κοιτάζω. Επιστρέφω στο σπίτι με το αίμα του νεκρού απλωμένο σαν μια τεράστια κηλίδα μέσα στο μυαλό μου.» Φτάνει στο σπίτι του. «Κομμένο σύριζα το κυπαρίσσι / των παιδικών μου χρόνων / ανεβαίνει ευθυτενές τη νύχτα / μες στον ύπνο μου φορτωμένο / πουλιά και τραγούδια άλλων εποχών […] ο χρόνος δολοφόνος του ονείρου / τελειώνει ο καιρός»
Θα ήθελα να σταθώ σε άλλο ένα στοιχείο της αφήγησης του Γιώργου Μολέσκη, τον αναστοχασμό. Ανακαλώντας στη μνήμη του την εικόνα, στην είσοδο του χωριού του, όπου, στη θέση της προτομής του Γρηγόρη Αυξεντίου, ήταν το άγαλμα ενός έφιππου Ατατούρκ, αναρωτιέται: Τι γύρευε εκεί; Τι σχέση είχε με τον τόπο; Το όλο θέαμα δεν ήταν παρά μια τραγική ειρωνεία όσον αφορά την κατάληξη του αγώνα για την Ένωση του 1955-59.» Όταν, αρχές Ιουλίου 1974, φοιτητής στη Σοβιετική Ένωση, επιστρέφει με πλοίο στην Κύπρο και κατεβαίνει στην Κωνσταντινούπολη, η μαγεία του τοπίου και της ιστορίας, πλεγμένα αξεδιάλυτα, τον οδηγούν σε βαθύ αναστοχασμό: «Βρισκόμουν μέσα στην κοχλάζουσα χοάνη της ίδιας της ιστορίας. Ήμουν καταγοητευμένος. Τα στρώματα των πολιτισμών δεν υπερκαλύπτουν εντελώς το ένα το άλλο, συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο και περιπλέκονται μεταξύ τους εκπέμποντας μιαν ανεπανάληπτη γοητεία.»
Σημαντικό μέρος της αφήγησης εστιάζει στα γεγονότα του μαύρου Ιούλη, όπως τα βίωσε ως έφεδρος στρατιώτης στον πόλεμο…. Η πλήρης παράλυση μπροστά στα γεγονότα που επελαύνουν, το αίμα, ο θάνατος, το φευγιό των ανθρώπων η μοναξιά των στρατιωτών στη γραμμή –εξαίρεση μια πόρνη και μια έγχρωμη μετανάστρια που έρχονται στο φυλάκιο και τους φέρνουν ζεστό φαϊ, κι ύστερα, στο θάνατο ενός στρατιώτη, ο ερχομός και το σιγανό κλάμα τους, χορός αρχαίος τραγωδίας…
Καταληκτικά, η αφήγηση Μολέσκη αφήνει την αίσθηση μιας βαθιάς θλίψης. Η ευφορία που έφερε το άνοιγμα των οδοφραγμάτων (Απρ. 2003) μαζί με την ελπίδα επανένωσης της πατρίδας, η επιστροφή, το σμίξιμο των ανθρώπων, ύστερα η διάψευση, οι πολλαπλές διαψεύσεις από τότε ως σήμερα… «Οι σειρήνες ηχούσαν και πριν από τον Μίσια (τον σκύλο του συγγραφέα) και το πιο πιθανό είναι ότι θα συνεχίσουν να ηχούν και μετά απ’ αυτόν, όσο τραγική κι αν ακούγεται μια τέτοια υπόθεση.»