Ιππόλυτος του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Εμίλιο ντελ Βάγε, συμπαραγωγή του Maltravieso Teatro και της La Almena Producciones.
Να πω την αμαρτία μου, μια δυσπιστία την είχα όταν πληροφορήθηκα τι επιχειρεί να κάνει η ισπανική συμπαραγωγή του Ιππόλυτου. Ανασυνθέτει λέει τη χαμένη πρώτη τραγωδία του Ευριπίδη Ιππόλυτος Καλυπτόμενος και λοξοκοιτάζει στην αποσπασματικά σωζόμενη Φαίδρα του Σοφοκλή, με σταθερή βάση τον σωζόμενο Ιππόλυτο Στεφανηφόρο. Το γεγονός ότι έλαμψε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κλασικού Θεάτρου της Μέριδα, δεν μου είπε και πολλά. Ως καταραμένοι απόγονοι των Ελλήνων μάς διακατέχει μια φυσική έπαρση περί αυθεντίας και αντιμετωπίζουμε τις ξενόφερτες προτάσεις αρχαίου δράματος περίπου ως εξωτικές ή έστω ως μια καλή ευκαιρία να διαπιστώσουμε πώς αντανακλώνται τα αιώνια κείμενα στην κουλτούρα και την οπτική τους. Κανονικά, βέβαια, κάτι αντίστοιχο ισχύει και για μας, αφού ουσιαστικά είμαστε το ίδιο ξένοι.
Θεωρούμε, λοιπόν, τη γλώσσα πλεονέκτημα και κατευθείαν στραβοκοιτάζουμε την προοπτική λ.χ. δύο Ισπανοί να έκαναν μια σοβαρή, τεκμηριωμένη και –κυρίως- παραστάσιμη φιλολογική μελέτη πάνω στον Ιππόλυτο. Υπενθυμίζω τον κακό χαμό σε Ελλάδα, Κύπρο αλλά και διεθνώς όταν ο Ηλίας Μαλανδρής αποπειράθηκε να ανασυνθέσει την Αχιλληίδα του Αισχύλου, που ο ΘΟΚ ανέβασε στην Επίδαυρο. Κόντεψε να χυθεί αίμα. Και να τολμήσουν τώρα οι Σπανιόλοι να ανασυνθέσουν τον Καλυπτόμενο;
Στην Ελλάδα έχει αποτολμηθεί κάτι ανάλογο σε ορισμένες περιπτώσεις. Το αξιοσημείωτο είναι ότι έχει αποτολμηθεί και στην Ισπανία, αν κρίνουμε από την πρόταση του Χοσέ Μανουέλ Σάντσεθ «Αντρέου» που παρουσιάστηκε και στο Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος το 2015. Η «σύμπτωση» ίσως κρύβει μια πεποίθηση των Ιβήρων ότι απαιτείται μια σχετική πρόσδοση φλογερού ταμπεραμέντου στον τραγικό χαρακτήρα της Φαίδρας, που στον Καλυπτόμενο παρουσιάζεται ως ασυγκράτητη μητριά που εξομολογείται αυτοπροσώπως το πάθος της στον Ιππόλυτο.
Είμαι σίγουρος ότι αρκετοί φιλόλογοι, αλλά και απλοί θεατρόφιλοι έχουν ενστάσεις για την πρόταση των Ισίδρο Τιμόν και Εμίλιο ντελ Βάγε, όμως είναι από τις περιπτώσεις όπου όλα είναι θέμα οπτικής. Η δική μου αίσθηση είναι ότι μελέτησαν πολύ προσεκτικά όλες τις πτυχές πριν καταλήξουν στην πρότασή τους. Και πιστώνονται μ’ ένα ξεκάθαρο όραμα, μια αισθητική συνοχή κι έναν πλουραλισμό από εξαιρετικά τολμηρές μεν, αλλά τελικά εύστοχες ιδέες. Ο σκηνοθέτης ντελ Βάγιε πέτυχε ένα καλοκουρδισμένο αποτέλεσμα στην εφαρμογή των ιδεών αυτών, έχοντας την ευτυχία να υποστηρίζεται από ένα υποκριτικό σύνολο απολύτως ισορροπημένο και αφοσιωμένο στο όραμα.
Προσωπικά, διέκρινα επίσης μια προσέγγιση ταυτόχρονα μεσογειακή και εξωστρεφή, με βάση και επίκεντρο τον λόγο. Άρα και «ελληνική». Και διέκρινα μια διάθεση να δέσει τα υλικά του με ένα μίγμα ειρωνείας και σάτιρας. Οι έντονες αριστοφανικές πινελιές, ειδικά στην αρχή με την αντιπαράθεση Αφροδίτης- Άρτεμης, διαδραμάτισαν έναν ρόλο επιθετικού αυτοσαρκασμού για την ανθρώπινη φύση. Ο Ευριπίδης άλλωστε επιμένει να παρουσιάζει τους θεούς ως παντοδύναμο στοιχείο από τη φύση μας κι όχι ως μέλη του Πανθέου. Όπως ο Πενθέας στις Βάκχες που προσβάλλει τη λατρεία του Διονύσου, ο Ιππόλυτος συντρίβεται επειδή μεγαλοφρονεί ενάντια στην εξουσία της Κύπριδας, ντελαλίζει την αγνότητά του.
Ειδικά η φιγούρα της Πανδήμου Αφροδίτης, ευτραφής, τσαπερδόνα και βωμολόχα μοιάζει βγαλμένη από το σύμπαν του Αριστοφάνη, για τον οποίο επιτρέψτε μου να επιμένω ότι τον θεωρώ τον πλέον συντηρητικό από τους αρχαίους ποιητές. Εμμέσως, οι Ισπανοί δημιουργοί επιχειρούν να σατιρίσουν τον αρχαίο κωμωδό επειδή με τη σειρά του διακωμωδούσε τον Ευριπίδη, που εισήγαγε καινά δαιμόνια κι εξέφραζε προοδευτικές, θρησκευτικές, κοινωνικές και φιλοσοφικές ιδέες.
Η μηχανική της σκηνοθεσίας, με τη συμβολή της επί σκηνής εκτελεσμένης (με όργανα και sampler) μουσικής, δένει το πνεύμα του ποιητή με το όραμα των συντελεστών. Το αλέγρο ύφος στην απελπισμένη πάλη ανάμεσα στο πάθος και την αρετή, που πρεσβεύουν οι δύο θεές, ουδόλως αφαιρεί από τη σούμα την τραγικότητα που της αρμόζει. Ούτε η ακροβατικά τελετουργική απόδοση του θανάτου. Αντίθετα, ανοίγονται μονοπάτια για μια παράλληλη ανάγνωση με φόντο τον αντίκτυπο των μηνυμάτων του έργου στην πορεία του χρόνου.