Λίλη Μιχαηλίδου: «Εκείνος», εκδόσεις Μελάνι, 2019.
 
Το νέο πεζογραφικό βιβλίο της Λίλης Μιχαηλίδου, υπό τον τίτλο «Εκείνος», περιλαμβάνει 17 αφηγήματα για ισάριθμους άντρες. Η γραφή του εμπεριέχει έντονα τα ειδολογικά χαρακτηριστικά του χρονογραφήματος, αλλά είναι διάχυτη παντού και μια βαθιά αίσθηση ποιητικότητας. Η ποιητική διάσταση της Λ.Μ. δεν υποστέλλει τη σημαία ενόσω αυτή πεζογραφεί. Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο με 17 αφηγήματα – προσωπογραφίες, ψυχογραφήματα διαφόρων αντρών που συνάντησε στη ζωή της η συγγραφέας, δια ζώσης ή λογοτεχνικά, και θέλησε να τους απαθανατίσει και αισθητικά, με το δικό της τρόπο.
 
Οι άντρες της Λ.Μ. χαρακτηρίζονται για το ετερόκλητο και την ποικιλομορφία τους. Κανείς δεν είναι ίδιος με τον προηγούμενο και καμιά ιστορία δεν μοιάζει με οποιαδήποτε άλλη περιλαμβάνεται στο βιβλίο. Σε κάποιες, πολύ λίγες, αφηγήσεις είναι ευδιακριτά τα βιογραφικά στοιχεία, αλλά κάποιες άλλες γίνεται κατανοητό ότι αποτελούν απόρροια λογοτεχνικών συναντήσεων της συγγραφέως μέσα από τα μελετήματα και τα λοιπά καλλιτεχνικά ενδιαφέροντά της.
 
Όλες οι αντρικές φιγούρες που παρελαύνουν στο βιβλίο περιβάλλονται από τη συγγραφέα με ιδιαίτερη ζέση και αισθαντικότητα, με στοργή και επιμέλεια, με δοτικότητα αλλά και σέβας. Κάθε άντρας της Λ.Μ. είναι κι ένας ξεχωριστός κόσμος, γεμάτος ιδιοσυγκρασιακά, πλούσιος συναισθηματικά, εκλεκτικός αισθητικά. Η συγγραφέας είναι απαιτητική με τον εαυτό της και κατ’ επέκταση το ίδιο απαιτητική και με τους άντρες – πρότυπα που σκιαγραφεί.
Θέλω να αρχίσω την περιδιάβαση μου στα πεζογραφήματα της Λ.Μ. με τα ποιητολογικού χαρακτήρα αφηγήματα. Και εννοώ εκείνα όπου αναπτύσσεται ένας διακειμενικός διάλογος με προγενέστερους αγαπημένους της συγγραφείς. Στα κείμενα αυτά, εμμέσως πλην σαφώς, η Λ.Μ. ξεδιπλώνει τις σελίδες των αισθητικών της καταβολών και αποκαλύπτει πτυχές από το τεχνοτροπικό της εργαστήρι.
Δεσπόζουσα θέση σ’ αυτή την υποομάδα των διηγημάτων κατέχει ο πατριάρχης της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας Χόρχε Λουίς Μπόρχες, του οποίου το αισθητικό στίγμα είναι ευδιακριτό σε αρκετά αφηγήματα του βιβλίου, ενώ τουλάχιστον σε τρία από αυτά υπάρχουν ευθείες αναφορές σε αυτόν, διατυπωμένες με δέος και ιδιαίτερη ζέση. Στο «Παρατεταμένο λυκόφως» (σελ. 32) η συγγραφέας ομολογεί: «…παθιάστηκα με ό,τι παθιάστηκε κι έμεινα μόνη με την τυφλή μοναξιά του». (σελ. 33) Και αποτιμά με ευκρίνεια και κριτική οξύνοια τον Μεγάλο Αργεντινό συγγραφέα: «Ζούσε σ’ ένα παρατεταμένο λυκόφως, που νύχτωνε. Όμως τα χρώματα δεν έσβηναν από τη μνήμη του…». (σελ. 35) Η Λ.Μ. υιοθετεί συχνά το ύφος του Μπόρχες και όχι μόνον αυτό, αλλά και κάποιες τεχνικές εξιστόρησης.
 
Λιγότερο ευκρινή αλλά το ίδιο υποβλητικά είναι και τα διακείμενα με τον Αμερικάνο συγγραφέα Τσαρλς Μπουκόφσκι. Στο διήγημα «Εκείνος», (σελ. 47) από όπου πήρε τον τίτλο της και ολόκληρη η συλλογή, η συγγραφέας, ανάμεσα σε άλλα, διαπιστώνει: «…υπάρχει ακόμη ένα είδος ευτυχίας, μιας αναπόδραστης ζωής, ημερήσιες απεγνωσμένες λιτανείες, κι ο δρόμος προς το φως». (σελ. 50) Εδώ το διακείμενο είναι περισσότερο ατμοσφαιρικό παρά στιλιστικό.
 
Ανάλογου υφής θεωρώ και το διήγημα «Όψη αποδημητικού πουλιού», (σελ. 56) το οποίο, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί ένα μικρό δοκίμιο για το έργο του αξεπέραστου Ολλανδού ζωγράφου Βίνσεντ Βαν Γκόγκ. Η συγγραφέας όχι μόνο δίνει επιτυχώς τα κύρια, τα αδρά χαρακτηριστικά του έργου του Βαν Γκόγκ, αλλά τον τοποθετεί με αξιολογική επάρκεια και στον καμβά της παγκόσμιας ιστορίας των εικαστικών τεχνών. «Στις πινελιές του εισβάλλουν κόσμοι αδιάφοροι, κυνηγημένοι και φοβισμένοι…», εκτιμά. (σελ. 57) Αλλά, μη εγκαταλείποντας ποτέ την ποιητική της διάθεση, παρατηρεί: «Μιλούσε τη γλώσσα της σιωπηρής αγάπης, γι’ αυτό ο λόγος του ήταν συνώνυμος με τη συννεφιά και τη βροχή, που κάποτε ήταν ευλογία». (σελ.59) Εδώ θα ήθελα να σημειώσω την άνεση με την οποία κινείται η Λ.Μ. μεταξύ ποιητικού και πεζού λόγου, υιοθετώντας και μεταφέροντας στοιχεία από τον ένα στον άλλο. Κι αυτό διότι θήτευσε αρκετά και στη μια και στην άλλη λογοτεχνική γραφή.
 
Συνολικά, μέσα από τα πορτρέτα, τις ιστορίες, τις αφηγήσεις, αλλά και τα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά των ανδρών της, η Λ.Μ. μνημονεύει τη μοναξιά, τα γηρατειά, τη θλίψη, τον πόνο, την εγκατάλειψη. Γενικά, αγγίζει όλη τη διαπασών του κοινωνικού γίγνεσθαι και της κοινωνικής προβληματικής, αλλά με διακριτικότητα και στυλ, χωρίς διακηρυκτικές νουθεσίες και παραινέσεις.
 
Θα ήθελα όμως να σταθώ για λίγο σε δυο αφηγήματα με κάπως πιο έντονο το κυπριακό ηχόχρωμα. Και αναφέρομαι στο «Αναπάντεχο ξύπνημα» (σελ. 60) και την «Αποκατάσταση» (σελ. 66) που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως διηγήματα αστικού τοπίου, με επίκεντρο και θέατρο δρωμένων την παλιά Λευκωσία. Εδώ η συγγραφέας κινείται σε γνώριμους, οικείους χώρους και διευκολύνεται περισσότερο να αναδείξει τις συγγραφικές της αρετές.
 
Κλείνοντας, θεωρώ πως θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στο διήγημα που αποτέλεσε το έναυσμα και το εναρκτήριο λάκτισμα για να γραφτεί ολόκληρο το βιβλίο. Αναφέρομαι στο πρώτο διήγημα της συλλογής που φέρει τίτλο: «Το χαμόγελό του» (σελ. 15) και είναι αφιερωμένο στον παππού της συγγραφέως, του οποίου οι ιστορίες «είχαν πάντοτε τη γεύση της γης». (σελ. 19) Πίσω από κάθε συγγραφή, πίσω από κάθε δημιουργία, υπάρχει πάντα μια γενεσιουργός και βαθύρριζη αιτία. Έτσι κι εδώ.