Συλλογικό έργο: «Λαίμαργα», εκδόσεις @κτις, 2018
 
Αγαπώ τις συλλογικές εργασίες όπου κι αν τις απαντώ, πόσω μάλλον στη λογοτεχνία, όπου το πνεύμα ανάγεται σε αισθητικό κάλλος. Και το συλλογικό πνεύμα είναι το ζητούμενο σε όλο το φάσμα του κοινωνικού γίγνεσθαι, ειδικά στις ημέρες μας. Με τα πιο πάνω θέλω απλώς να εξηγήσω ότι ήμουν θετικά προδιατεθειμένος όταν άρχισα να διαβάζω το συλλογικό έργο «Λαίμαργα», το οποίο συνέγραψαν δέκα διαφορετικοί δημιουργοί, ως επί το πλείστον νέοι άνθρωποι. Κι ήταν αυτό ακόμη ένας πρόσθετος λόγος για θετική προδιάθεση.
 
Ωστόσο, το έργο είναι συλλογικό μεν, ανομοιόμορφο δε. Ανομοιόμορφο ως προς την αισθητική στάθμη των δέκα συμμετοχών. Και ιδιόμορφο ως προς το λογοτεχνικό είδος που υπηρετεί. Αφού σε αυτό περιλαμβάνονται τρεις ποιητικές και επτά πεζογραφικές συμμετοχές. Ομολογώ ότι πρώτη φορά συναντώ συλλογικό λογοτεχνικό έργο, στο οποίο να συνυπάρχουν ο ποιητικός και ο πεζογραφικός λόγος. Τουλάχιστον στα κυπριακά λογοτεχνικά πράγματα δεν έχω ξανασυναντήσει ανάλογη περίπτωση. Κι αυτό ήταν κάτι που κέντρισε ακόμα παραπάνω το ενδιαφέρον μου.

Ο όρος «λαίμαργα» που αποτελεί τον συνεκτικό κρίκο για όλα τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, από κάποιους αντιμετωπίζεται ως θεματική κατηγορία, από κάποιους άλλους ως ιδιότυπη έκφραση και από κάποιους τρίτους ως υφολογική προσέγγιση. Αυτό το δεδομένο πιστεύω πως δεν ευνοεί την όλη συνεκτικότητα του βιβλίου στο σύνολό του. Έτσι η αδιόρατη γραμμή που ενώνει όλα τα κείμενα στον τόμο είναι μάλλον ιδιαιτέρως αδιόρατη και πολύ πολύ λεπτή.

Αυτά όσον αφορά τις γενικές και συνολικές παρατηρήσεις μου επί του όλου έργου. Ευπρόσδεκτη και επαινετέα η συλλογική προσπάθεια. Πλην όμως φρονώ ότι το συλλογικό αποτέλεσμα είναι υποδεέστερο των επιμέρους αποτελεσμάτων που πέτυχαν κατά μόνας ο καθένας και η καθεμιά από τους συμμετέχοντες και τις συμμετέχουσες. Δηλαδή, κάποια επιμέρους αποτελέσματα υπερέχουν του συλλογικού αποτελέσματος.
Ξεχώρισα κάποια κείμενα, ποιητικά και πεζογραφικά, που από μόνα τους, αυτόνομα, αποτελούν επαρκές κίνητρο και ουσιαστικό δέλεαρ για να παρουσιάσω το υπό αναφορά βιβλίο.
Θα ήθελα να αρχίσω με τα ομολογουμένως πιο προσφιλή μου ποιητικά κείμενα. Ξεκινώ με το ποίημα ποιητικής της Στέλλας Βοσκαρίδου Οικονόμου, που φέρει και ομώνυμο με το βιβλίο τίτλο, «Λαίμαργα». Ένα ποίημα ευρηματικό, με ροή, δυναμική, ρυθμό και φαντασία. Ένα ποίημα κυματώδες και πολυεπίπεδο, με σαρκαστικά και αυτοσαρκαστικά στοιχεία. Παραθέτω ενδεικτικό απόσπασμα: «Νύχτα που είναι / θα κάτσω να φάω / τις σκληρές μου λέξεις / τα μαλακά τους σημεία / τα μικρά τους φτερά / τα πελώρια αγκάθια / τις ζωηρές τους ουρές και όλα / τα σημεία στίξης…». (σελ. 45)
Ιδιαιτέρως εύστοχα και απολαυστικά θεωρώ τα δέκα ευσύνοπτα ποιήματα που αποτελούν τη συμμετοχή του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου στο βιβλίο. Το χιούμορ, ο αυτοσαρκασμός και η εκφραστική ελευθεριότητα του ποιητή παραμένουν τα κύρια ατού της δημιουργίας του. Ο Κ.Π. γίνεται ολοένα και πιο εύτολμος, αγγίζοντας θέματα ταμπού, όπως το σεξ. Διαπρέπει βέβαια και στις ποιητολογικές του αναζητήσεις. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Τρεις μέρες και τρεις νύχτες θα διανυκτερεύσω / στην κοιλιά του Ποιήματος / κι έπειτα θα με φτύσει. /  Ύστερα θα γυρίσω στον κόσμο / για να γίνω Ιεραπόστολος της Ποίησης». (σελ. 59)
 
Αλλά ακόμη και ο πιο γνωστός από το χώρο του θεάματος Παναγιώτης Λάρκου δίνει ευπρόσωπα και αξιόλογα δείγματα ποιητικής γραφής: «…το αγόρι που είχε μπιζέλια στο μυαλό / μπήκε μια μέρα σ’ ένα μανάβικο και απαίτησε / να μάθει τις ρίζες του». (σελ. 26)
Από τις πεζογραφικές συμμετοχές στο βιβλίο θέλω να κάμω ιδιαίτερη αναφορά στο νεωτερικό αφήγημα της Βάλιας Τσιριγώτη «Η μηλόπιτα». (σελ. 61) Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα, σπαρταριστή, σύγχρονη και ανατρεπτική παρωδία του μύθου της Παλαιάς Διαθήκης για τον Αδάμ και την Εύα. Η γραφή της Β.Τ. διακρίνεται για τη φρεσκάδα, την φαντασία, το χιούμορ και τη γλαφυρότητά της.
Ξεχωρίζει επίσης το μικρό διήγημα της Αυγής Λίλλη με τίτλο: «Περιμένοντας». (σελ. 33) Η συγγραφέας έχει πλέον καθιερώσει προσωπικό στυλ με ενιαία υφολογική προσέγγιση. Η ιστορία της, που αφορά ένα γέρικο σκυλί, είναι έμπλεη φαντασίας, συναισθημάτων και παραστατικότητας.
Θα ήθελα τέλος να αναφερθώ στα αφηγήματα των Φώτη Αποστολίδη «Ψωμοτύρι» (σελ. 11) και Ελένης Ιωαννίδου «Στη Σοφία» (σελ. 18) που κατά κάποιο τρόπο επικοινωνούν μεταξύ τους. Αφού αμφότερα πραγματεύονται το ίδιο θεματικό μοτίβο. Μια καρκινοπαθή μάνα, τη σχέση της με το γιο της στην πρώτη περίπτωση, και τη σχέση της με την κόρη της στη δεύτερη. Η ιστορία του Αποστολίδη ξεχωρίζει για το βάθος και τον ωμό ρεαλισμό της. Η ιστορία της Ιωαννίδου διακρίνεται για την τρυφερότητα, τη γλαφυρότητα και το στρωτό της λόγο. Σε αμφότερα δε τα αφηγήματα ο όρος «λαίμαργα» τυγχάνει ομοιογενούς λογοτεχνικής επεξεργασίας.